Με αφορμή μία προσωπική του περιπέτεια, και στην προσπάθεια της να τον παρηγορήσει, κάθισαν για ένα ρόφημα και έτσι με την συζήτηση που είχαν η κ. Μαρία του ανέφερε την αιτία για την ενασχόληση της με την διάδοση των Χαιρετισμών!
Ήταν σίγουρα την εποχή της δραχμής και μάλιστα όταν ακόμη τα κινητά τηλέφωνα δεν ήταν σε τόσο ευρεία χρήση, δηλαδή μεταξύ 1990 με 1993 , όταν γνώρισε έναν Αγιορείτη Γέροντα που είχε βρεθεί στην Αθήνα !
Ούσα η ίδια πνευματική θυγατέρα του αειμνήστου π. Μάρκου Μανώλη, και έμπειρη στα πνευματικά, ήξερε ότι δεν έπρεπε να οχλήσει τον Γέροντα με διερευνητικές ή αδιάκριτες ερωτήσεις, αλλά αρκέστηκε να του ζητήσει ρήμα ωφελείας για την πνευματική της ζωή!
“Οι Χαιρετισμοί, κόρη μου, οι Χαιρετισμοί της Παναγίας είναι η λύση σε όποιο πρόβλημα και αν αντιμετωπίζει ο άνθρωπος!” ήταν η προτροπή του σεβάσμιου Αγιορείτη!
Η κα Μαρία παραξενεύτηκε και τον ρώτησε τι εννοεί! “Να διαβάζετε καθημερινά τους Χαιρετισμούς ως ασπίδα και προστασία από τις επιφορές του Πονηρού! Και όταν μάλιστα ανακύψει πολύ σοβαρό πειρασμικό πρόβλημα, είτε εγχείρηση, είτε δικαστήριο, ή αν γενικά επιθυμείτε να δώσει λύση η Παναγία σε σοβαρά σας προσωπικά ζητήματα τότε να νηστέψετε μια ημέρα λέγοντας 24 φορές τους Χαιρετισμούς! Πρόσεξε όμως! Με πίστη και μέχρι να κυλήσει μια σταγόνα δάκρυ! Όχι απλή απαγγελία!!”
Η κα Μαρία κράτησε στην καρδιά της τα λόγια αυτά του Αγιορείτη Γέροντα, χωρίς ωστόσο να πιστέψει καλά καλά στην αποτελεσματικότητα τους!
Και όσο προχωρούσε η ανάγνωση που έκανε με πίστη ακράδαντη ότι η Υπεραγία Θεοτόκος που τόσο την ευφραίνουν οι Χαιρετισμοί Της, θα συνδράμει και θα μεσιτεύσει, τόσο θερμαινόταν και η καρδιά της και παρακαλούσε με δάκρυα, όπως εξάλλου την είχε συμβουλεύσει και ο καλός Αγιορείτης!
Διπλό λοιπόν το θαύμα της Παναγίας μας! Αποκατέστησε διττώς το παλικάρι!! Και επαγγελματικά και οικογενειακά! Έτσι και εμείς οι ταπεινοί κι αχρείοι συντάκτες αυτού του ιστολογίου, ΔΕΝ θα πάψουμε να το επαναλαμβάνουμε! Οι Χαιρετισμοι της Παναγιας μας ενέχουν ανυπέρβλητη προσευχητική αξία!
Είμαι υπερβέβαιος ότι η Χάρη της Υπεραγίας Θεοτόκου που μας φανέρωσε την Δευτέρα 17 Φεβουαρίου 2014, μέσα από την γλαφυρή διήγηση της κυρίας Μαρίας κι αυτό το θαύμα των Χαιρετισμών, θα φωτίσει και τους ευλαβείς αναγνώστες αυτού του ιστολογίου, κληρικούς και λαϊκούς, να κάνουν τον κόπο να μας στείλουν ένα email στην παρακάτω διεύθυνση, αν έχουν ακούσει ή βιώσει και αυτοί κάποιο θαύμα από τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας!
Η Αγία Θεοδώρα Είναι η πολιούχος της Άρτας. Έζησε στα χρόνια του ένδοξου Δεσποτάτου της Ηπείρου, και μάλιστα ήταν σύζυγος του Δεσπότη Μιχαήλ του Β' Αγγέλου Κομνηνού.ν
Η καταγωγή της - τα πρώτα χρόνια της ζωής της Γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1212- 1214 μ.Χ. στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Πατέρας της ήταν ο Ιωάννης Πετραλείφας, που από το έτος 1195 μ.Χ. υπηρετούσε ως Σεβαστοκράτορας, ανώτερος δηλαδή διοικητής της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Ο πατέρας του είχε Νορμανδική καταγωγή, και η μητέρα του ήταν Ελληνίδα, και αρχικά ήταν εγκατεστημένοι στο Διδυμότειχο. Ο Ιωάννης Πετραλείφας νυμφεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη την πριγκίπισσα Ελένη, που είχε συγγένεια με την οικογένεια των Παλαιολόγων. Έφεραν στον κόσμο πέντε παιδιά· τον Θεόδωρο, το Νικηφόρο, τον Ανδρόνικο, τη Μαρία, και τελευταία τη Θεοδώρα. Οι δύο γονείς ήταν ευσεβείς και ενάρετοι άνθρωποι, με ευγένεια και καλοσύνη πολλή· αυτές τις αρετές προσπάθησαν να φυτέψουν και στις ψυχές των παιδιών τους. Τα μόρφωσαν πολύ με τα μέσα που διέθετε η εποχή, και κάθε μέρα προόδευαν τα παιδιά τους, και αυτό τους γέμιζε χαρά και ικανοποίηση. Ήδη από καιρό η Θεσσαλονίκη είχε πέσει στα χέρια των Φράγκων, και ο Ιωάννης Πετραλείφας είχε χάσει τη θέση του. Όμως πολύ νωρίς οι δύο γονείς έφυγαν από τη ζωή, πρώτα η μητέρα των παιδιών Ελένη, και λίγο αργότερα ο πατέρας τους Ιωάννης. Τώρα όλα είναι πολύ δύσκολα για τα ορφανά παιδιά, ιδίως για τη μικρή Θεοδώρα. Ευτυχώς όμως ο Θεός δεν τα εγκατέλειψε. Τους έφερε προστάτη τους την αδελφή του πατέρα τους Μαρία και τον άνδρα της Θεόδωρο, πού ήταν Δεσπότης, ηγεμόνας δηλαδή στο κράτος το Ελληνικό που ονομαζόταν Δεσποτάτο της Ηπείρου. Όταν το 1204 μ.Χ. οι Φράγκοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και πολλά άλλα μέρη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, μερικοί δραστήριοι ηγεμόνες κατάφεραν, πριν πάνε οι Φράγκοι, να οργανωθούν και δημιούργησαν τρία Ελληνικά κράτη. Στην Ήπειρο ο πανέξυπνος και δραστήριος Μιχαήλ Α' Άγγελος Κομνηνός, συγγενής του αυτοκράτορα Αλεξίου του Κομνηνού, ήρθε από την Πελοπόννησο στην Ήπειρο, και ίδρυσε κράτος που ονομάστηκε Δεσποτάτο της Ηπείρου (στη Βυζαντινή εποχή οι τίτλοι των αξιωμάτων ήταν: Ο πρώτος σε αξία τίτλος ήταν Αυτοκράτωρ-Βασιλεύς, ο δεύτερος ήταν Δεσπότης, και ο τρίτος σε αξία τίτλος ήταν Σεβαστοκράτωρ), κι έκανε πρωτεύουσά του την Άρτα. Στη Μικρά Ασία ο Θεόδωρος Λάσκαρης ίδρυσε το κράτος που ονομάστηκε Αυτοκρατορία της Νίκαιας, με πρωτεύουσα την πόλη Νίκαια της Βιθυνίας· και στη Μαύρη θάλασσα ο Αλέξιος Κομνηνός δημιούργησε την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα. Στην Ήπειρο ο Δεσπότης Μιχαήλ ο Α' Κομνηνός κατάφερε με την εξυπνάδα και τη διπλωματία του να δημιουργήσει ένα πολύ δυνατό κράτος, που έφθανε από το Δυρράχιο της Ηπείρου και την Κέρκυρα, μέχρι τη Ναύπακτο και τη Θεσσαλία. Yπερασπίστηκε τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία, και προφύλαξε τους υπηκόους του από τις προσπάθειες των παπικών να επηρεάσουν τους ορθόδοξους. Δυστυχώς όμως ένας κακός υπηρέτης του, ονόματι Ρωμαίος, μάλλον βαλτός από τους δυτικούς, τον σκότωσε, κι άφησε χήρα τη γυναίκα του και ορφανό το γιο του Κωνσταντίνο. Τότε ανέλαβε Δεσπότης προσωρινά, μέχρι να μεγαλώσει ο Κωνσταντίνος, ο αδελφός του Μιχαήλ, Θεόδωρος, που είχε γυναίκα του τη Μαρία, την αδελφή του Σεβαστοκράτοραμ Ιωάννη Πετραλείφα. Όμως η δόξα της εξουσίας είναι γλυκιά και ο φιλόδοξος Θεόδωρος έβαλε στο νου του να βγάλει από τη μέση τον κανονικό διάδοχο, γιο του Μιχαήλ του Α', Κωνσταντίνο, που όταν μεγαλώσει θα του πάρει το θρόνο. Τις ύποπτες κινήσεις του κατάλαβε η χήρα του Μιχαήλ Α', και πήρε τον Κωνσταντίνο και πήγε στην Πελοπόννησο,
όπου είχε συγγενείς, και μεγάλωσε εκεί το παιδί της. Δραστήριος πολύ, αλλά και φιλόδοξος ο Θεόδωρος, βάζει στόχο του να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη και να διώξει τους Φράγκους, και το καταφέρνει. Το 1224 μ.Χ. μπαίνει θριαμβευτής στη Θεσσαλονίκη και διαλύει το Φράγκικο κράτος της. Τότε αναλαμβάνει και την κηδεμονία των ορφανών παιδιών του Ιωάννη Πετραλείφα. Μάλιστα στέλνει το Θεόδωρο, τον μεγαλύτερο αδελφό της Θεοδώρας, στα Σέρβια της Κοζάνης να είναι διοικητής σε όλη την περιοχή, αφού ανοικοδόμησε το κάστρο που είχαν μισοκαταστρέψει οι Φράγκοι. Ο Θεόδωρος πήρε όλα του τα αδέλφια και εγκαταστάθηκε στα Σέρβια, μέσα στο κάστρο. Ασκεί πολύ καλά τα καθήκοντά του, φροντίζοντας πάντα για το καλό των κατοίκων της περιοχής του. Βοηθά, όσες φορές τον χρειάζεται, και τον θείο του Θεόδωρο στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος ανακήρυξε τον εαυτό του «Βασιλιά και Αυτοκράτορα όλων των Ρωμαίων», και έχει όνειρο, και βάζει σκοπό του να φτάσει και στην Κωνσταντινούπολη, να διώξει τους Φράγκους, και να ελευθερώσει την Πόλη. Και μπλέχτηκε σε πολέμους, για να εξουδετερώσει διάφορους ηγεμόνες, όπως τον βασιλιά της Βουλγαρίας Ιωάννη Ασάν, και ελεύθερος να στραφεί στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Όμως νικήθηκε από το Βούλγαρο ηγεμόνα και πιάστηκε αιχμάλωτος. Ο Ασάν δεν τον σκότωσε, αλλά τον τύφλωσε, σύμφωνα με απάνθρωπη συνήθεια της εποχής, για να μην μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά του. Τότε ανέλαβε τη Θεσσαλονίκη ο αδελφός του Θεοδώρου, Μανουήλ Κομνηνός, που ήταν γαμπρός του Βούλγαρου ηγεμόνα.
Ο γάμος της Θεοδώρας και ο ερχομός της στην Άρτα Ο Μανουήλ κάλεσε τον ανεψιό του Κωνσταντίνο, που εν τω μεταξύ είχε αλλάξει το όνομά του και το έκανε, Μιχαήλ, σύμφωνα μεσυνήθεια που υπήρχε την εποχή αυτή, για να θυμάται τον πατέρα του, και ήρθε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί ο Μανουήλ του έδωσε τον τίτλο του Δεσπότη και τὸν έκανε Δεσπότη στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, επειδή ήταν ο πραγματικός διάδοχος του πατέρα του. Του υπέδειξε δε να περάσει από τα Σέρβια και να ζητήσει σε γάμο την όμορφη Θεοδώρα, την αδελφή του Θεόδωρου Πετραλείφα. Στα Σέρβια o Μιχαήλ είδε τη Θεοδώρα, που τότε ήταν στα δεκαεπτά της, θαμπώθηκε από την ομορφιά και τα ψυχικά της χαρίσματα, και τη ζήτησε σε γάμο. Όρισαν ημέρα και ο γάμος έγινε με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια και κράτησε μέρες. Ύστερα έκαναν το μεγάλο ταξίδι· πέρασαν από δρόμους, παρακλάδια της παλιάς Εγνατίας οδού της Ρωμαϊκής εποχής, κι έφτασαν από το Βουργαρέλι της Άρτας, στην πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Οι Αρτινοί, κλήρος και λαός, τους υποδέχτηκαν με ζητωκραυγές, που υμνούσαν τη δόξα τους και την ομορφιά τους. Ύστερα ανακήρυξαν, οι άρχοντες της πόλης και ο λαός, επίσημα τον Μιχαήλ Β' Κομνηνό, Δεσπότη της Ηπείρου, και τη Θεοδώρα Βασίλισσα, που θα σταθεί δίπλα στο σύζυγό της και Δεσπότη τους. Εγκαθίστανται στο ανακαινισμένο παλάτι μέσα στο μισογκρεμισμένο κάστρο της αρχαίας Αμβρακίας, με τους θεόρατους λίθους, και πιάνουν αμέσως δουλειά. Η Θεοδώρα γνωρίζει την πόλη της Άρτας με τους πλακόστρωτους δρόμους και τις πλατείες, μιλάει με τους κατοίκους με γλυκύτητα και ευγένεια, και ενδιαφέρεται για τα προβλήματά τους. Όλοι την θαυμάζουν για τα σωματική της ομορφιά και τα ψυχικά της χαρίσματα και καλοτυχίζουν τον Δεσπότη τους Μιχαήλ που έχει μια τέτοια γυναίκα! Ο Μιχαήλ κάλεσε τους άρχοντες της πόλης, ενημερώθηκε για την οικονομική κατάσταση του κράτους, για το στρατό, για τους κινδύνους που υπήρχαν στο κράτος, για την παιδεία, αλλά και για την προπαγάνδα των παπικών στα μέρη της Ηπείρου· πίστευε πως με την αγάπη του λαού και τη βοήθεια του Θεού θα τα καταφέρει. Βυθισμένος στις Δεσποτικές του υποχρεώσεις, έλειπε πολλές φορές από την Άρτα, ακόμη και για μήνες. Άφηνε μόνη της τη Θεοδώρα, και ο ίδιος βέβαια ήταν εκτεθειμένος σε πολλούς, ηθικούς προπαντός, κινδύνους. Η Θεοδώρα όμως δεν άφηνε τον εαυτό της να αδρανήσει. Πλησίαζε περισσότερο το λαό, έκανε πράξεις φιλανθρωπίας και στήριζε τους φτωχούς και αδύναμους συμπολίτες της. Όπως λέγει ο σύγχρονός της βιογράφος μοναχός Ιώβ Μέλης, δεν παρασύρθηκε από τη δόξα, δεν αιχμαλωτίστηκε από τη νεότητά της, ούτε σπαταλούσε το χρόνο της στις απολαύσεις, ούτε από τη μεγάλη εξουσία υπερηφανεύτηκε. Μάλλον προτιμούσε να είναι κοντά στο Θεό, να φροντίζει για την αρετή, να ζει με σωφροσύνη, να ασπάζεται την ταπεινοφροσύνη, την αοργησία (το να μην οργίζεται), την πραότητα, τη συμπάθεια προς το συνάνθρωπο και την ελεημοσύνη, όσο κανένας δεν το κατόρθωσε, και ολόψυχα να υπηρετεί το Θεό.
Η Θεοδώρα στο καμίνι των θλίψεων Ο σατανάς τη φθονεί γι’ αυτό που είναι, και για τα έργα που κάνει, και προσπαθεί να την παρασύρει. Δεν τα καταφέρνει όμως, γιατί η Θεοδώρα είναι σταθερή στις αρχές της και πάντα πιστή στο σύζυγό της. Καταφέρνει όμως να παρασύρει τον άνδρα της το Μιχαήλ, στην πορνεία και ακολασία, με μέσο μια χήρα αρχόντισσα του παλατιού, που είχε το επίθετο Γαγγρινή. Αυτή με τις κολακείες της και με μάγια έστρεψε την προσοχή του στην ίδια και τον έκανε σιγά σιγά να απομακρύνεται από τη σύζυγό του Θεοδώρα. Έφτασε, για χάρη της Γαγγρινής, ακόμη και να τη δέρνει και τελικά την έδιωξε από το παλάτι, ήδη εγκυμονούσα στο πρώτο της παιδί. Έτσι η Θεοδώρα λυπημένη έφυγε από το παλάτι, και αφού περπάτησε αρκετά, έφτασε στη Βλαχέρνα, χωριό απέναντι από την Άρτα, κοντά στον Άραχθο ποταμό. Εκεί έμεινε για λίγο καιρό, κι ύστερα απομακρύνθηκε βορειότερα, επειδή κατ' απαίτηση της Γαγγρινής ο Μιχαήλ διέταξε να απομακρυνθεί. Βρήκε καταφύγιο στο χωριό Πρένιστα, το σημερινό Κορφοβούνι, στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, όπου εκεί μάλλον έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί, που αργότερα το βάπτισε Νικηφόρο. Και από το μοναστήρι, επειδή φοβόταν τους ανθρώπους του Μιχαήλ, έφυγε και βρήκε αποκούμπι κοντά στο μοναστήρι σε ένα βράχο. Ζει μέσα στο κρύο, την ταλαιπωρία, την πείνα και τη μοναξιά. Εκεί κοντά τη συνάντησε, μια μέρα που μάζευε χόρτα, ο ιερέας του χωριού, στον οποίο με δυσκολία αποκαλύφτηκε ποια ήταν. Εκείνος λυπήθηκε για την περιπέτειά της και της έδειξε μεγάλη αγάπη, παίρνοντάς την στο σπίτι του, μαζί με το παιδί της. Πέντε χρόνια έμεινε κοντά του κάτω από την προστασία του και τις συμβουλές του. Ποτέ δεν έβγαλε από το στόμα της λόγια κακίας για τον άνδρα της. Επεδίωκε να μη μαθευτεί αυτό που της συνέβηκε, για να μη θίξει τον άνδρα της. Έχει για στολίδι της τη σύνεση και την ανεξικακία. Και προσπαθεί έτσι να γαλουχήσει και το μικρό Νικηφόρο. Ο σύζυγός της Μιχαήλ τελευταία ζούσε μέσα σε έναν εφιάλτη. Η συνείδηση άρχισε να τον κτυπά για το κακό που έκανε στη γυναίκα του Θεοδώρα. Τον πιέζουν και οι άρχοντες να ψάξει να βρει τη Βασίλισσα, αφού πρώτα έδιωξαν από το παλάτι τη Γαγγρινή, μαζί με τα δύο παιδιά της, που απόκτησε με το Μιχαήλ από την παράνομη σχέση. Και πράγματι μετανιωμένος ο Μιχαήλ έψαξε παντού και τελικά τη βρήκε στο σπίτι του ιερέα της Πρένιστας. Και την έφερε πάλι στο παλάτι, ζητώντας συγγνώμη για όσα της προξένησε. Εκείνη τον συγχώρησε μέσα από τα βάθη της καρδιάς της και του δικαιολόγησε την πράξη του ως μια ανθρώπινη αδυναμία, που πολλοί άνθρωποι μπορεί να πέσουν.
Μετά απὸ αυτά τα γεγονότα ο Μιχαήλ ο Β' αποσύρθηκε από τη θέση του, την οποία άφησε στο γιο και διάδοχό του Νικηφόρο. Η υγεία του όμως άρχισε να κλονίζεται και από τη στενοχώρια· γιατί η κόρη τους Ελένη, όταν σκοτώθηκε ο άνδρας της Μανφρέδος, σε μάχη για την κατάληψη του κράτους του από τον κόμη της Ανδεγαυίας Κάρολο, που υποκίνησε ο πάπας, κλείστηκε στη φυλακή, μαζί με τα τέσσερα παιδιά της (τρία αγόρια και ένα κορίτσι). Κράτησε την ορθόδοξη πίστη της και την ηθική της αξιοπρέπεια, παρόλες τις πιέσεις που δέχτηκε. Πέθανε στη φυλακή μάρτυρας της πίστης, όπως και τα τρία της αγόρια, μετά από χρόνια, ξεχασμένα από όλους. Μόνο η κόρη της απελευθερώθηκε, αφού πέρασε και αυτή αρκετά χρόνια στη φυλακή. Ο Δεσπότης Μιχαήλ Β' Άγγελος Κομνηνός άφησε στην Άρτα την τελευταία του πνοή, κι έφυγε μετανοημένος για όλα όσα έκανε. Τον κήδεψαν με βασιλικές τιμές και τοποθέτησαν το νεκρό του σώμα μέσα στην Παναγία των Βλαχερνών όπου σώζεται, στο δεξί μέρος του ναού, μέχρι σήμερα ο τάφος του.
Η Θεοδώρα στο μοναστήριΤώρα η Θεοδώρα ελεύθερη από οικογενειακές και διοικητικές υποχρεώσεις, ντύνεται το μοναχικό σχήμα εκεί στο ναό του Αγίου Γεωργίου που πριν από χρόνια έκτισε, ιδρύοντας μοναστήρι. Γίνεται μοναχή μετά από αρκετά χρόνια έγγαμου βίου, σε ηλικία 54 ετών, και δόθηκε στον Ιησού που τόσο πολύ από μικρή ηλικία αγαπούσε. Εκεί στο μοναστήρι ζούσε, όπως λέγει ο βιογράφος της Ιώβ, γυμνάζοντας τον εαυτό της με κόπους, αυξάνοντας τον καρπό των αρετών με αγρυπνίες και ολονυκτίες, με ψαλμούς και ύμνους, υπηρετώντας με προθυμία τις αδελφές του μοναστηριού· ήταν προστάτις των αδικουμένων, των ορφανών, των χηρών και πτωχών, παρηγορούσε τους θλιβομένους, και εγίνετο τοις πάσι τα πάντα, με ταπεινή καρδιά. Χαιρόταν, όταν μάθαινε για τις ανδραγαθίες των παιδιών της στο Βυζαντινό στρατό του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' του Παλαιολόγου, όπου μερικά χρόνια πριν είχαν καταταχθεί να υπηρετήσουν τα δυό της αγόρια, ο Ιωάννης και ο Δημήτριος (που από τη μεγάλη αγάπη που είχε στον πατέρα του Δεσπότη Μιχαήλ, πήρε μόνος του το όνομά του και ονομάστηκε και αυτός Μιχαήλ), αφού πριν παντρεύτηκαν και δημιούργησαν τις δικές τους οικογένειες. Ζούσαν με τις αρχές και αξίες που τα ενέπνευσε η μητέρα τους, προπαντός με την αγάπη προς την ορθοδοξία, την οποία υπερασπίζονταν με κάθε τρόπο. Αντιτάχτηκαν στα ενωτικά σχέδια του αυτοκράτορα με τους παπικούς, και αυτό περισσότερο τους στοίχισε· έπεσαν στη δυσμένεια του αυτοκράτορα και των αυλικών του· τον Ιωάννη τον έκλεισε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος στη φυλακή, και μάλιστα τον τύφλωσε κιόλας. Αργότερα τον σκότωσε με την προτροπή των αυλικών του. Λυπήθηκε πολύ η τραγική μάνα για το θάνατο του παιδιού της, αλλά η υπομονή και η ανεξικακία της δεν έχουν όρια. Η ίδια διατηρεί επικοινωνία, και παίρνει δύναμη στα προβλήματα που αντιμετωπίζει, από τον άγιο ασκητή Ανδρέα τον Ερημίτη, που ασκήτευε σε ένα βουνό, κοντά στο χωριό Χαλκιόπουλο της Αιτωλοακαρνανίας. Ο ασκητής Ανδρέας το 1271 μ.Χ παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό. Τότε η αρχόντισσα και μοναχή Θεοδώρα, με όλη τη σύγκλητο του κράτους, αφού είδαν από μακριά ένα φως και αναμμένες λαμπάδες να κατεβαίνουν από τον ουρανό, στο σημείο που ήταν το τίμιο λείψανό του, ήρθαν, προσκύνησαν το αγιασμένο νεκρό του σώμα, και το ενταφίασαν έξω από τη σπηλιά που ασκήτευε. Ύστερα έκτισε ένα μικρό ναό, που σώζεται μέχρι σήμερα, και τοποθέτησε μέσα σε λάρνακα το τίμιο λείψανό του. Η ίδια εργάζεται αδιάκοπα για το μοναστήρι της και για τις αδελφές μοναχές. Θέλει να κτίσει το νάρθηκα του ναού, και παρακαλεί τον Κύριο και τον Άγιο Γεώργιο, να της δίνουν δύναμη. Όμως τα βάσανά της από τους θανάτους των παιδιών της δεν έχουν τελειωμό. Γεύτηκε και το πικρό ποτήρι του θανάτου του Νικηφόρου της, που μαζί πέρασαν τα πρώτα δύσκολα χρόνια της θλίψης από τη κακή συμπεριφορά του άνδρα της.
Η οσιακή της Κοίμηση Ύστερα αρχίζει και για την ίδια η αντίστροφη μέτρηση για τη ζωή της. Έχει την μυστική πληροφόρηση από τον Κύριο πως επίκειται η ώρα να φύγει από τη ζωή. Εκείνη όμως παρακαλεί να της χαρίσει ο Θεός έξι μήνες ακόμη, τόσο χρόνο χρειάζεται, για να τελειώσει το νάρθηκα του ναού, που ξεκίνησε να κτίζει. Ο Κύριος την άκουσε και της έδωσε την παράταση που ζητούσε. Ύστερα την κάλεσε κοντά του το 1303 μ.Χ, όπως αναφέρει ο αείμνηστος αρτινός ιστορικός-ερευνητής Κ. Τσιλιγιάννης· κόντευε τότε τα 89 της χρόνια. Την κήδεψαν με τιμές στις 11 Μαρτίου, και απόθεσαν το αγιασμένο της σώμα σε μαρμάρινο τάφο, που έκτισαν στο νάρθηκα του ναού. Την έκλαψαν οι μοναχές, όλος ο λαός θρήνησε για το θάνατό της. Είχαν όλοι την αίσθηση πως κήδεψαν μια αγία. Ευτυχώς δε ζούσε να πιεί και άλλο θανατικό ποτήρι. Γιατί και ο άλλος γιος της Δημήτριος-Μιχαήλ δολοφονήθηκε, ύστερα από συκοφαντίες των αυλικών του νέου αυτοκράτορα Ανδρόνικου. Τα οστά και των δύο αδελφών μετέφερε αργότερα, μάλλον ο γιος και διάδοχος του Νικηφόρου Θωμάς, και τα εναπέθεσε σε τάφο, μέσα στο ναό της Παναγίας στο χωριό Βλαχέρνα, και μάλιστα στο αριστερό μέρος του ναού, όπου, στο δεξιό κλίτος βρίσκεται μέχρι σήμερα και ο τάφος του πατέρα τους Μιχαήλ.
Μετά το θάνατό τηςΜετά το θάνατό της κόσμος πολύς περνάει και προσκυνάει τον τάφο της, έχοντας την αίσθηση πως τιμά μια αγία. Η φήμη της φθάνει παντού, γιατί πάνω στον τάφο της γίνονται και θαύματα. Τότε ο μοναχός Ιώβ ο Μέλης, που ήταν ενάντια στην ένωση με τους παπικούς και βασανίστηκε γι’αυτό από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' τον Παλαιολόγο, φθάνει στην Άρτα, συγκεντρώνει στοιχεία και γράφει για το βίο της. Οι Αρτινοί την τιμούσαν πάντα, ιδιαίτερα όμως στις 11 Μαρτίουκάθε χρόνο, εκεί στο ναό του Αγίου Γεωργίου, που με τον καιρό τον ονομάζουν ναό της Αγίας Θεοδώρας. Μετά το Δεσπότη Θωμά, γιο του Νικηφόρου, διάφοροι κατακτητές εμφανίστηκαν στην Ελλάδα, Σέρβοι, Αλβανοί, Λατίνοι και κατέλαβαν και το Δεσποτάτο της Ηπείρου, με τελευταίους τους Τούρκους το 1449 μ.Χ. Η Αγία Θεοδώρα όμως και όλοι οι Κομνηνοδούκες είχαν οπλίσει καλά τους Αρτινούς με όλες τις ελληνικές και ορθόδοξες αξίες, και άντεξαν όλες οι κατοπινές γενιές, ώσπου αποτίναξαν τον τούρκικο ζυγό το 1881 μ.Χ, και απελευθέρωσαν την Άρτα. Με το πέρασμα των χρόνων μερικοί αμφισβητούσαν ότι ο τάφος της Αγίας περιέχει μέσα του τα λείψανά της, γιατί υποστήριζαν πως τα έκλεψαν οι Φράγκοι, όπως συνέβηκε με πολλά άλλα λείψανα αγίων. Έτσι ο Αρχιμανδρίτης Στέφανος Κλεόμβροτος, με την προτροπή και την ευλογία του Μητροπολίτη Σεραφείμ Ξενόπουλου (ο οποίος τότε απουσίαζε στην Κωνσταντινούπολη), άνοιξε τον τάφο το 1873 μ.Χ, ψάλλοντας μαζί με το λαό την παράκληση στην Αγία· Ο ναός γέμισε από ευωδία και ο πατήρ Στέφανος με πολλή ευλάβεια τοποθέτησε τα αγιασμένα λείψανα μέσα σε ξύλινη λάρνακα· ύστερα ο λαός τα προσκύνησε και τελέστηκε ολονύκτια θεία λειτουργία. Σήμερα η λάρνακα είναι ασημένια και παραμένει πάντα στο ναό, για να δέχονται οι πιστοί την ευλογία της Αγίας. Η δε 11η Μαρτίου, ημέρα της εορτής της πολιούχου Αγίας Θεοδώρας, είναι η πιο επίσημη ημέρα για την Άρτα. Πλήθος κόσμου συρρέει από όλη την Ήπειρο και άλλα μέρη της Ελλάδας, για να προσκυνήσουν τα τίμια λείψανά της και την αγία της εικόνα· ακόμη να λάβει μέρος στη λιτάνευσή τους στους δρόμους της πόλης και να πάρει την ευλογία της. Η Αγία Θεοδώρα αποτέλεσε και αποτελεί και σήμερα πρότυπο, άξιο μίμησης για όλους, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Έπαιξε όλους τους ρόλους της ζωής. Ήταν άξια σύζυγος, υπέροχη μητέρα, βασίλισσα με διπλωματικές ικανότητες, φιλάνθρωπη προς τους πάσχοντες, με ανεκτίμητη την αρετή της ανεξικακίας της. Σκεπάζει με την παρουσία της και θα σκεπάζει πάντοτε την πόλη της Άρτας και όλη την Ήπειρο· μας προσκαλεί δε όλους να μιμηθούμε τη ζωή μας.
* Τα παιδιά της Αγίας Θεοδώρας, της πολιούχου της ΆρταςΗ Αγία Θεοδώρα, η Βασίλισσα και Πολιούχος της Άρτας, και ο Δεσπότης Μιχαήλ ο Β’, ο σύζυγός της, έφεραν στον κόσμο έξι παιδιά. Τον Νικηφόρο, την Άννα, την Ελένη, τον Ιωάννη, τον Δημήτριο και μια κόρη ακόμη, της οποίας δεν μας σώθηκε το όνομα. Τα ανέθρεψαν, κυρίως η Αγία Θεοδώρα, με μεγάλη αγάπη και στοργή, και με φόβο Θεού. Τους έδωσαν αρκετή μόρφωση, και εμφύσησαν παράλληλα στις ψυχές τους τα ελληνορθόδοξα ιδανικά. Η μητέρα τους με τις συμβουλές της, αλλά κυρίως και πρωτίστως με το καλό παράδειγμά της, εμφυσούσε μέσα τους την ευγένεια, την καλοσύνη, το σεβασμό προς τον συνάνθρωπο, τη φιλανθρωπία, την αγάπη και την πίστη στον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Τους δίδαξε την αυτοθυσία, προκειμένου να υπερασπίζονται τα ιδανικά τους. Με αυτὲς τις αρχές και αξίες όλα της τα παιδιά πορεύτηκαν σε όλη τους τη ζωή. Και κάποια θυσιάστηκαν ακόμη για την υπεράσπιση της ορθοδοξίας, για την οποία η Αγία Θεοδώρα, η μητέρα τους, αγωνίστηκε πολύ σε όλη της τη ζωή. Πέρασε βέβαια μεγάλη θλίψη, γιατί τα τέσσερα παιδιά της, η Ελένη της, ο Νικηφόρος, ο Ιωάννης, και η Άννα έφυγαν από τη ζωή πριν από την ίδια. Παρηγορούνταν όμως, γιατί έτσι ήταν το θέλημα του Θεού, και περίμενε και το δικό της τέλος, για να τα συναντήσει στην άλλη, την αιώνια πατρίδα, όπου όλοι θα πορευτούμε.
Έλαβε χώρα εκ μέρους της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η πολυαναμενόμενη Αγιοκατάταξη του Οσίου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, του Εφραίμ Κατουνακιώτη και Δανιήλ Κατουνακιώτης καθώς αυτή είχε προαναγγελθεί δια στόματος του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου στις 20 Οκτωβρίου 2019, κατά τη διάρκεια της επισήμου επισκέψεως της Α.Θ. Παναγιότητος στο Άγιον Όρος.
Να σημειωθεί η μεγάλη χαρά που εξέφρασε ο Μητροπολίτης Αργολίδας Νεκτάριος για τις τρεις νέες Αγιοκατάξεις και κυρίως για την Αγιοκατάταξη του Εφραίμ του Κατουνακιώτη τον οποίο γνώριζε προσωπικά και τον αγαπούσε πάρα πολύ .
Εφραίμ Κατουνακιώτης
Ο παπα- Εφραιμ Κατουνακιώτης γεννήθηκε το 1912 στο Αμπελοχώρι Θηβών. Ο πατέρας του ονομάζονταν Ιωάννης Παπανικήτας και η μητέρα του Βικτορία. Ο Γέροντας είχε σαν κοσμικός το όνομα Ευάγγελος. Τελείωσε το Γυμνάσιο αλλά η Χάρις του Θεού έκλεινε στον Ευάγγελο τις κοσμικές θύρες της αποκατάστασης.Στην Θήβα, όπου είχε μετακομίσει η οικογένεια του, ο Ευάγγελος γνώρισε τους γεροντάδες του τον Εφραίμ και τον Νικηφόρο. Η ζωή του Ευάγγελου ήταν καλογερική. Αγωνίζονταν πνευματικά με την ευχή του Ιησού, τις μετάνοιες, την νηστεία και κυρίως με την υπακοή.Η μητέρα του αξιώθηκε να λάβει πληροφορία από τον Όσιο Εφραίμ τον Σύρο ότι το θέλημα του υιού της να γίνει μοναχός ήταν και θέλημα Θεού και πώς ο Ευάγγελος θα τιμήσει την μοναχική ζωή. Την 14η Σεπτεμβρίου 1933 ο Ευάγγελος άφησε τον κόσμο ήλθε στην έρημο του Αγίου Όρους στα Κατουνάκια, στο ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου και έβαλε μετάνοια στην συνοδεία των Γεροντάδων Εφραίμ και Νικηφόρου. Μετά την δοκιμασία του εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Λογγίνος. Το 1935 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντα του Νικηφόρο και έλαβε το όνομα Εφραίμ. Τον επόμενο χρόνο χειροτονήθηκε Ιερέας.
Ο παπα-Εφραίμ αξιώθηκε και γνώρισε τον πρύτανη της ησυχαστικής ζωής τον διορατικό, προορατικό και άγιο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (1898 -1959) και συνδέθηκε πνευματικά μαζί του με την ευλογία του Γέροντα του Νικηφόρου. Ο Γέροντας Ιωσήφ με την σειρά του είχε διδαχθεί την απλανή πνευματική ζωή από τους περίφημους ησυχαστές μοναχό Καλλίνικο και Ιερομόναχο Δανιήλ. Επομένως ο παπα-Εφραίμ μας διδάσκει την επίμονη αναζήτηση για την πνευματική ζωή και την ανεύρεση απλανούς πνευματικού οδηγού, πού θα είναι «Εκδόσεις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως». Ο απλανής πνευματικός βλέπει τις δαιμονικές πλάτες και με τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα οδηγεί τα πνευματικά παιδιά του στον Παράδεισο. Ο μακαριστός παπα-Εφραίμ διαχώρισε την γνήσια υπακοή από την αρρωστημένη όταν συμβούλευσε κοινοβιάτη μοναχό να κάνει υπακοή στον Γέροντα του όχι σαν ζώο αλλά από αγάπη και ζήλο Θεού.Ο άγιος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής έδωσε ένα πρόγραμμα ησυχαστικής ζωής στον παπα-Εφραίμ, για να καλλιεργεί την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, υιέ του Θεού, ελέησον με», να έχει φυλακή των αισθήσεων και τον οδήγησε στην κάθαρση της καρδίας και τον θείο φωτισμό.
Ο παπα-Εφραίμ με την ευλογία του Γέροντος Ιωσήφ εντρύφησε στην «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών» και ελάμβανε τις συμβουλές των Νηπτικών Πατέρων για τον αγώνα του. Δεν διάβαζε ούτε βιβλία ψυχιατρικής, ούτε «κουλτουριάρικα» αναγνώσματα δια πνευματικές επιδείξεις στα σαλόνια, ούτε είχε τον φόβο μήπως τον αποκαλέσουν οι κοσμικοί κύκλοι «φονταμενταλιστή». Το 1973 εκοιμήθη ο Ιερομόναχος Νικηφόρος ο Γέροντας του παπα-Εφραίμ.Ο Γέροντας μετά το 1980 είχε συγκροτήσει συνοδεία και τήρησε την εντολή του Γέροντος Ιωσήφ να αποκτήσει συνοδεία μετά τον θάνατο του παπα-Νικηφόρου. Επομένως ο παπα-Εφραίμ πρώτα έφθασε στην κάθαρση και κατόπιν έγινε ο ίδιος Γέροντας. Ο παπα-Εφραίμ πολέμησε τον μεγάλο εχθρό της πνευματικής ζωής την κενοδοξία. Οι θυσίες του γίνονταν για τον Χριστό και όχι για προσδοκώμενο έπαινο από τους ανθρώπους. Η θ. Λειτουργία για τον παπα-Εφραίμ ήταν συγκλονιστικό και βιωματικό γεγονός. Είχε εκμυστιρευθεί σε Ιερομόναχο πνευματικό φίλο του ότι από την πρώτη θεία Λειτουργία πού τέλεσε, έβλεπε αισθητά την Χάρη του Θεού να μεταβάλλει τα θεία δώρα. Μάλιστα, μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων, έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό μέσα στο δισκάριο και ήταν αδύνατον να συγκρατήσει τα δάκρυα του, όταν έφθανε στο τεμαχισμό του Σώματος του Χριστού. Έβρεχε με τα δάκρυα του το αντιμήνσιο κατά την θεία Λειτουργία και έβλεπε δεξιά και αριστερά τους αγγέλους να συλλειτουργούν. Όμως ο παπα-Εφραίμ δεν αναφέρθηκε ποτέ σε «λειτουργική αναγέννηση» και μάλιστα ζητούσε σε κοινοβιάτες, πού βρίσκονταν στα εξωτερικά διακονήματα να μη παραλείπουν το ψαλτήρι. Ο παπα- Εφραίμ ήταν κοσμημένος με το διορατικό χάρισμα και έβλεπε την πνευματική κατάσταση κάθε κληρικού ή μοναχού και έδιδε τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα για την πρόοδο στην πνευματική ζωή. Η Χάρις του Θεού είχε κοσμήσει τον παπα- Εφραίμ και με το προορατικό χάρισμα, γι ‘αυτό και έβλεπε καταστάσεις πού έρχονταν (όπως ο σεισμός του 1977 στην Θεσσαλονίκη), αλλά και πολλές φορές είχε προσφωνήσει λαϊκούς ακόμα και μικρά παιδιά με τα ονόματα πού έλαβαν μετά από χρόνια στην μοναχική τους κούρα. Μάλιστα, κάποιος φοιτητής έστειλε μία περιληπτική και χωρίς λεπτομέρειες επιστολή στον μακαριστό Γέροντα και έλαβε απάντηση από τον παπα-Εφραίμ, πού του περιέγραφε με λεπτομέρειες την πνευματική του κατάσταση ακόμα και κατασταθείς στον χώρο πού διέμενε ο φοιτητής χωρίς αυτός να τις έχει προαναφέρει. Κάποτε άγνωστοι μεταξύ τους κληρικοί συναντήθηκαν στον δρόμο για τα Κατουνάκια και όταν έφτασαν στον παπα-Εφραίμ, ο μακαριστός άγιος Γέροντας άρχισε να επιπλήττει έναν από τους κληρικούς, πώς δεν είναι παπάς αλλά μασόνος, πού έβαλε ράσο, για να κατασκοπεύει το Άγιον Όρος. Ο μασόνος παραδέχτηκε την ραδιουργία του. Ο παπα-Εφραίμ έζησε εμπειρίες, πού μόνο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μπορούν να ζήσουν, μακριά από παπικές η προτεσταντικές πλάνες.Κάποτε ένας ηγούμενος, δύο θεολόγοι και ένας φοιτητής ζήτησαν από τον παπα-Εφραίμ να τους εξηγήσει την ευωδιά των αγίων λειψάνων. Ο Γέροντας έσκυψε το κεφάλι του στο μέρος της καρδιάς και προσεύχονταν. Ο τόπος γέμισε ευωδιά και ο παπα-Εφραίμ τους είπε πώς επειδή δεν μπορούσε ο ίδιος να το εξηγήσει παρακάλεσε τον Θεό να απαντήσει στους συνομιλητές. Ο παπα-Εφραίμ αισθάνονταν τις αμαρτίες σαν δυσοσμία. Κάποιος επίσκοπος μέσω τρίτου ρώτησε τον μακαριστό άγιο Γέροντα για τον οικουμενισμό. Ο Γέροντας έκανε προσευχή, για να τον πληροφορήσει ο Θεός και τότε ξεχύθηκε μία δυσωδία με γεύση ξινή, αλμυρή και πικρή, πού τον γέμισε με αποτροπιασμό.
Η παρακαταθήκη του μακαριστού παπα-Εφραίμ για την ενότητα των Ορθοδόξων ήταν σαφής «Το σχίσμα εύκολα γίνεται, η ένωση είναι δύσκολος». Άραγε, πόσο απήχηση έχουν σήμερα τα λόγια ενός θεοφόρου σύγχρονου Πατρός;Ο παπα-Εφραίμ αναδείχθηκες με την Χάρη του Θεού και πρακτικός οδηγός στην ποιμαντική του γάμου και της οικογενείας, γιατί βοήθησε πολλούς νέους να καταλήξουν στον γάμο χωρίς να τους πιέσει γι’ αυτό αλλά και οι επιστολές του, πού σώζονται, αποτελούν πνευματική παρακαταθήκη και «σχολή γονέων» χωρίς ψυχολογικές και φιλοσοφικές θεωρίες για τις αγωνιζόμενες πνευματικά οικογένειες. Το 1996 ο παπα-Εφραίμ έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και έπεσε σε ακινησία. Δεν γόγγυσε καθόλου αλλά δοξολογούσε τον Θεό. Μας αφήνει το άγιο παράδειγμα του για την αντιμετώπιση των ασθενειών. Στις 14/27 Φεβρουαρίου 1998 ο παπα- Εφραίμ Κατουνακιώτης του Αγίου Όρους παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού του, πού υπηρέτησε από την νεότητα του.
Άγιος Δανιήλ Κατουνακιώτης Ήταν ιερός βλαστός και ευώδης ανθός της μαρτυρικής γης της Ιωνίας ο Γέροντας Δανιήλ ο Σμυρναίος. Την ευωδία του ευφράνθηκαν πολλοί, στη μεταφύτευσή του στο Περιβόλι της Παναγίας, και τους καρπούς των αρετών του επίσης. Αριστούχος απόφοιτος της Ευαγγελικής σχολής της Σμύρνης, υιός ευλαβέστατων γονέων, μελετητής της Αγίας Γραφής και της Φιλοκαλίας. Μετά από προσκύνημα μονών και ναών της Πελοποννήσου και των νήσων του Αιγαίου και την προτροπή του οσίου Αρσενίου (1800-1877) στην Πάρο, εισέρχεται στην αθωνική μονή του Αγίου Παντελεήμονος.Η δοκιμή του χαρακτηρίζεται από συνεχή και πρόθυμη υπακοή. Στην κουρά του από Δημήτριος ονομάζεται Δανιήλ. Σύντομα αναγνωρίζουν τα προσόντα του και τον κάνουν γραμματέα της μονής, που είχε τότε 250 μοναχούς. Στις διαφορές Ελλήνων και Ρώσων δέχεται εξορία που τον λυπεί και τον ταλαιπωρεί. Φιλοξενείται επί εξάμηνο στη μονή Αγίας Αναστασίας στα Βασιλικά Χαλκιδικής, όπου γίνεται πηγή ωφελείας για τους εκεί πατέρες. Κατόπιν επί μία πενταετία μονάζει στη μονή Βατοπεδίου, όπου θεραπεύεται από σοβαρή ασθένεια από την Παναγία. Την Παναγία υπεραγαπούσε σε όλη του τη ζωή. Τέλος κατευθύνεται στα πάντερπνα Κατουνάκια. Εκεί ίδρυσε το ησυχαστήριο των Οσίων Αγιορειτών Πατέρων. Μετά από λίγα χρόνια αποχτά μικρή συνοδεία. Τη χειραγωγεί με τη Φιλοκαλία, την οποία μελετά συνεχώς και την αποστηθίζει. Η αρετή του συνδυασμένη με τη σοφία του, η προσευχή και η ταπείνωση του, η μελέτη και η πείρα του συνέδραμαν να εντοπίζει πλάνες, να διορθώνει πλανεμένους, να θεραπεύει δαιμονόπληκτους, να επαναφέρει στην αγιοπατερική οδό τους περί τρισυνθέτου του ανθρώπου υποστηρίζοντες Μακρακιστές. Μοναχοί με σοβαρούς εκ δεξιών πειρασμούς βοηθήθηκαν σημαντικά και τον ευγνωμονούν. Ασθενείς, θλιμμένοι, πενθούντες, απογοητευμένοι και ταλαιπωρημένοι άνθρωποι βρήκαν παρηγοριά κι ελπίδα από λόγους του κι επιστολές του. Έφθασε και ο ίδιος ν’ αφήσει το ησυχαστήριό του χάριν της συμφιλιώσεως αδελφών.
Η επιστολογραφία του προς μοναχούς, μοναχές, κληρικούς όλων των βαθμών, καθηγητές και ανθρώπους με διάφορες δυσκολίες είναι πλούσια. Είχε πνευματικό σύνδεσμο με τον λογοτέχνη Α. Μωραϊτίδη, τον μετέπειτα μοναχό Ανδρόνικο, ο οποίος τον χαρακτηρίζει ως «ουχί πολυκτήμονα και πολύχρυσον πυργοδεσπότην, αλλά μοναχόν κατακουρασμένον», ο οποίος τους προσφέρει ως επιδόρπια «λόγους αποστάζοντας ουράνιον γλυκασμόν». Έλεγε πάλι ο ίδιος: «Όταν ήλθα εις το Άγιον Όρος ενόμισα ότι ήγγισα τον Θεόν, αλλά όταν εγνώρισα τον Γέροντα Δανιήλ τότε αντελήφθην πόσον μακράν ήτο ο Θεός από εμέ». Σημαντική η γνωριμία, η φιλία και η αλληλογραφία του Γέροντος Δανιήλ με τον άγιο Νεκτάριο (1846-1920). Του έγραφε για τις μοναχές του με ταπεινοφροσύνη ο άγιος: «Η υμετέρα επιστολή, η υπό της πράξεως και θεωρίας υπαγορευόμενη, έσται αυταίς, εστερημέναις τοιαύτης ζώσης διδασκαλίας, πνευματικόν εντρύφημα και αληθώς στήριγμα πνευματικόν». Εκτός των πολλών επιστολών του, καρπός της σοφίας του είναι και περί τα εβδομήντα έργα του επί σοβαρών πνευματικών θεμάτων κυρίως αντιαιρετικών και πνευματικής οικοδομής. Επί πενήντα έτη στα Κατουνάκια με τον λόγο του, τη γραφίδα τον και τον χρωστήρα του δημιούργησε περίφημο οίκο αρετής, αγιογραφίας, συγγραφής, μουσικής και φιλοξενίας. Η θύρα του πάντοτε ανοιχτή ν’ αναπαύει τον καθένα. Κατέστη ιατρός, καθοδηγός και απελευθερωτής πασχόντων, πλανεμένων, προβληματισμένων και ταλαιπωρημένων ανθρώπων. Δεν κουραζόταν νύχτες ολόκληρες ν’ αγρυπνεί και να γράφει επιστολές και μελέτες προς στηριγμό και φωτισμό των αγαπητών αδελφών του. Η μεγαλύτερη ευτυχία της ζωής του ήταν ότι αναχωρούσε από τη γη την ημέρα των γενεθλίων της αγαπητής του Θεοτόκου. Μετά τη θεία Κοινωνία και το ιερό Ευχέλαιο η χαρά ήταν έντονα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Η ένθερμη Θεοτοκοφιλία, χαρακτηριστικό στοιχείο όλων των εναρέτων Αγιορειτών, εσφράγισε τη ζωή του. Ο Γέροντας Δανιήλ υπήρξε αναμφισβήτητα διά των λόγων και των έργων του φωτισμένος, διακριτικός, σοφός καθοδηγός, «πλήρης Πνεύματος Αγίου». Η ευχή του ας μας συνοδεύει.
Η κάρα του φυλάγεται με ευλάβεια σε ξύλινη θήκη κι έχει καφεκίτρινο χρώμα. Την προσκυνήσαμε στην επέτειο των ογδόντα ετών από τη μακαρία κοίμησή του. Καταθέσαμε ένα λιτό αλλά εγκάρδιο, εγκωμιαστικό λόγο, κατά την αγρυπνία της μνήμης των Οσίων Αγιορειτών Πατέρων (2009).
Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Tο έτος 1897 γεννήθηκε στις Λεύκες του μικρού Κυκλαδίτικου νησιού της Πάρου από φτωχούς, απλοϊκούς και ευσεβείς γονείς, τον Γεώργιο και την Μαρία. Ο πατέρας του δεν έζησε αρκετά και η μητέρα ανέλαβε την προστασία της οικογένειας. Η μητέρα του ήταν πραγματικά άνθρωπος του Θεού, ευλογημένη ψυχή με απλότητα που συχνά έβλεπε υπερφυσικά φαινόμενα στη ζωή της. Όταν ο Γέροντας έφυγε για μοναχός η μητέρα του είπε στους δικούς της ότι το γνώριζε από τη γέννησή του. Διηγήθηκε το εξής: «Όταν γέννησα τον Φραγκίσκο μου (αυτό ήταν το κοσμικό όνομά του) και ήμουνα ακόμη στο κρεββάτι με το μωρό δίπλα μου άνοιξε η στέγη και ένας φτερωτός νέος που έλαμπε άρχισε να ξεσκεπάζει το μωρό με πρόθεση να το πάρει. Όταν διαμαρτυρήθηκα μου είπε ότι γι’ αυτό ήρθε και αυτή είναι η “απόφαση”. Μου έδειξε σε ένα σημειωματάριο γραμμένη μια εντολή, ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάρει το μικρό. Όταν αντιστάθηκα, ο Αγγελος μου έδωσε ένα πολύτιμο κόσμημα σε σχήμα σταυρού και μου πήρε το μωρό». Από τότε πίστευε ότι κάποτε ο Φραγκίσκος θα ακολουθούσε τον Χριστό. Ο Γέροντας ως την εφηβική του ηλικία παρέμεινε στο χωριό του και βοηθούσε την μητέρα του στις διάφορες εργασίες του σπιτιού. Μετά έφυγε στον Πειραιά, εργαζόταν στο Λαύριο ως μικροέμπορος, ώσπου πήγε να υπηρετήσει στο ναυτικό. Στην ηλικία των εικοσιτριών ετών είχε κέντρο των κινήσεών του την Αθήνα. Άρχισε να μελετά πατερικά βιβλία και τον εντυπωσίαζε η ζωή των αυστηρών ασκητών. Μεγάλη ώθηση προς τον μοναχισμό του έδωσε το εξής όνειρο: «Ένα βράδυ είδα στον ύπνο μου ότι περνούσα έξω από τα ανάκτορα και αμέσως με πήραν δυο αξιωματικοί της ανακτορικής φρουράς και με ανέβασαν στο παλάτι. Δεν κατάλαβα τον λόγο και διαμαρτυρήθηκα. Τότε μου αποκρίθηκαν με καλοσύνη να μη φοβούμαι, αλλά να ανέβω, γιατί είναι θέλημα του Βασιλέως. Ανεβήκαμε σε ένα πολύ υπέροχο ανάκτορο, ανώτερο από κάθε επίγειο, μου φόρεσαν μια ολόλευκη και πολύτιμη στολή και μου είπαν· απὸ εδώ και εμπρός θα υπηρετείς εδώ᾽, και με πήραν να προσκυνήσω τον Βασιλέα. Ξύπνησα αμέσως και αυτά που είδα και άκουσα χαράχθηκαν τόσο πολύ μέσα μου, ώστε δεν μπορούσα να κάνω η να σκεφτώ τίποτε άλλο. Σταμάτησα τις εργασίες μου και έμεινα σκεφτικός. Άκουγα ζωντανά μέσα μου να επαναλαμβάνεται διαρκώς εκείνη η εντολή “από τώρα και μπρος θα υπηρετείς εδώ”. Όλη μου η κατάσταση εσωτερικά και εξωτερικά άλλαξε».
Έφευγε από τον θόρυβο της πόλεως και πήγαινε περισσότερο στην Πεντέλη όπου περνούσε ως ασκητής με πολλή νηστεία και αγρυπνία. Κάποτε συνάντησε κάποιον Γέροντα Αγιορείτη μοναχό και αποφάσισε να μεταβεί στον Άθωνα, όπου πίστευε πως θα έβρισκε Πατέρες στα μέτρα εκείνα που διάβαζε στους βίους τους. Ο πρώτος σταθμός ήταν τα Κατουνάκια. Εκεί ζούσε τότε ο αείμνηστος Γέροντας Δανιήλ, ο ιδρυτής της αδελφότητος των Δανιηλαίων. Ο Γέροντας Δανιήλ ήταν ευλαβής, συνετός, με μεγάλη πείρα της ασκητικής ζωής. Σ’ όλη τη ζωή του έμεναν ζωντανές οι αγαθές εντυπώσεις από την αδελφότητα και τον οσιότατο Γέροντα. Δεν έμεινε όμως μαζί του, αναχώρησε για την Βίγλα, πλησιέστερα προς την Μονή της Μεγίστης Λαύρας, γιατί αγαπούσε την ησυχαστική ζωή.
Φιλοξενήθηκε από έναν Γέροντα αλλά δεν αναπαύθηκε, γιατί δεν βρήκε αυτό που ζητούσε. Αποσυρόταν σε ένα απόμερο τόπο και προσευχόταν παρακαλώντας με δάκρυα τον Θεό να τον βοηθήσει.
Ζητούσα και έλεγα πως δεν θα φύγω από εκεί, αν δεν μου δείξει το έλεός Του και αν δεν μου δώσει θάρρος. Απευθυνόμουνα στην Δέσποινά μας και την ικέτευα. Όπως ήμουν εκεί και κοίταζα προς τον Άθωνα, όπου φαινόταν καλά και το μέρος με το εκκλησάκι της Παναγίας μας, σαν να αισθάνθηκα μέσα μου ένα σκίρτημα χαράς. Αμέσως βλέπω μία φωτεινή ακτίνα να βγαίνει από την εκκλησία της Παναγίας και σαν ουράνιο τόξο ήρθε και ακούμπησε επάνω μου. Αμέσως αλλοιώθηκα όλος και ξέχασα τον εαυτό μου. Γέμισα φως μέσα στην καρδία μου, έξω και παντού και δεν αισθανόμουνα αν έχω σώμα. Τότε άρχισε να λέγεται η ευχή μέσα μου τόσο ρυθμικά, που απορούσα, γιατί εγώ δεν προσπαθούσα – μόνο έβλεπα και άκουγα ταυτοχρόνως, και θαύμαζα. Μου φαινόταν ότι είχα δύο εαυτούς, γιατί έβλεπα την εσωτερική μου κατάσταση όλη φως, πνευματική ευωδία και χαρά με αδιάλειπτη την ευχή, αλλά και ολόκληρος ήμουν καλυμμένος από το φως και θαύμαζα το μεγαλείο του θείου ελέους. Αμυδρά, όσο είναι δυνατόν αυτή την ώρα να ελέγξει κάποιος τους λογισμούς του, σκεφτόμουνα ότι αυτή είναι η Χάρις, που παρηγορεί όσους θέλει κατά την Πατερική παράδοση. Δεν γνωρίζω πόσο κράτησε η κατάσταση αυτή, ώσπου το κατάλευκο εκείνο φως αποσύρθηκε πάλι εκεί από όπου προερχόταν. Τότε συνήλθα και είδα ότι ήμουν στον τόπο όπου είχα αρχίσει να προσεύχομαι. Συμπέρανα όμως ότι πέρασε αρκετή ώρα, γιατί πλησίαζε το ηλιοβασίλεμα. Από τότε δεν έφυγε από μέσα μου η κατάσταση αυτή της ευχής. Λεγόταν στην καρδία μου χωρίς κόπο, αλλά δεν είχε την υπερβολική εκείνη ενέργεια που είχε όταν ήρθε την πρώτη φορά».
Από τότε και εξής προσπαθούσε να βρίσκεται διαρκώς σε μέρη ήσυχα, απόκεντρα και κατάλληλα για ησυχία και προσευχή. Έφυγε πια από την Βίγλα και πήγαινε σε διάφορα σπήλαια και μέρη, αγωνιζόμενος να κρατήσει μέσα του την ευχή. Πιο πολύ σύχναζε στο ναΰδριο της Κυρίας μας Θεοτόκου στις παρυφές της κορυφής, από όπου του συνέβη το μεγάλο γεγονός, και καλλιεργούσε με πολλή ακρίβεια την ευχή.
Την ημέρα της εορτής της θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ανέβηκε στην κορυφή μαζί με τους πατέρες που πήγαν να εορτάσουν. Εκεί συνάντησε τον π. Αρσένιο, τον μετέπειτα αχώριστο σύντροφο και συναγωνιστή του.
Πήγαν μαζί να συμβουλευτούν τον διακριτικό Γέροντα Δανιήλ στα Κατουνάκια, από που και πως να αρχίσουν τον πνευματικό αγώνα τους χωρίς τον κίνδυνο της πλάνης. Ο Γέροντας τους υπέδειξε να μην ξεκινήσουν, αν δεν σφραγίσουν το έργο τους με την ευλογία της υπακοής. «Έχετε Γέροντα; Χωρίς την ευλογία του Γέροντος τίποτε δεν ευδοκιμεί».
Υποτάχθηκαν στον Γέροντα Εφραίμ που είχε την καλύβη του Ευαγγελισμού στα Κατουνάκια. Εκεί ο Γερο-Εφραίμ έκανε μεγαλόσχημο τον Γέροντα Ιωσήφ. Η κουρά του έγινε στο σπήλαιο του Αγίου Αθανασίου. Έπειτα μαζί με τον Γέροντά τους Εφραίμ έφυγαν για τη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου για περισσότερη ησυχία και άσκηση. Μετά την κοίμηση του Γέροντά τους άρχισαν τους μεγάλους ασκητικούς αγώνες. Αμέριμνοι κινούνταν από τόπο σε τόπο, ζούσαν με άσκηση στην κορυφή του Άθωνα και στα γύρω χαμηλότερα μέρη. Ο λόγος που δεν έμεναν μόνιμα κάπου, ήταν γιατί ήθελαν να παραμένουν άγνωστοι στους πολλούς. Τον χειμώνα επέστρεφαν στο καλύβι τους και ησύχαζαν εκεί ως το Πάσχα.
Oι άγιες Εικόνες του Δεσπότου Χριστού, Δεν είναι ο Θρίαμβος της Αλήθειας πάνω στα σύννεφα και τα αινίγματα και τις άψυχες νεφέλες; Η Τεσσαρακοστή είναι ένα ταξίδι επιστροφής στον Παράδεισο. Αναστηλώνοντας τις Εικόνες, ομολογούμε και δεσμευόμαστε για την αναστήλωση της δικής μας εικόνας, της εικόνας του Θεού. Η εικονομαχία δεν είναι ένας αγώνας που έχει τελειώσει...
Aστράπτει καὶ λάμπει, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ,
κεκοσμημένη ἀναστηλώσεσιν, Εἰκόνων τῶν ἁγίων νῦν,
ἐκτυπωμάτων καὶ λάμψεσι, καὶ ὁμόνοια γίνεται,
τῶν Πιστῶν θεοβράβευτος!
Oι άγιες Εικόνες του Δεσπότου Χριστού(πρώτα και πάνω απ όλα), της Υπεραγίας Θεοτόκου, των Αγίων, Τα Τίμια Ξύλα του Σταυρού, τα χαράγματα, οι αγιογραφίες, η εκκλησιαστική τέχνη η εικαστική σε όλες τις μορφές, τα άγια λείψανα, τα ιερά κεχρισμένα σκεύη, οι Άγιες Γραφές και συγγραφές, αντανακλούν την Άκτιστη Θεία Ενέργεια και αγιάζουν!
Φανταστείτε την Εκκλησία μας κενή από Εικόνες και σύμβολα, απορφανισμένη, καταφρονημένη, αποδιωγμένη. Τί καταφρόνηση υπέμεινε κατά την Εικονομαχία! Εικονομαχία! Μια ανατολίτικη δοξασία σατανική, ενός απόμακρου ανεικονικού ψευτοθεού, μακρυά πολύ μακρυά από τους ανθρώπους. Μια στείρα πνευματολογία, φιλοσοφία σκέτη χωρίς θεολογία και αγιασμό. Μια επιστροφή στον ιουδαϊσμό και ένας πλατωνισμός ανίερος και «ξενέρωτος».
Πώς να εννοήσουν οι ηθικιστές εικονομάχοι την Σάρκωση ενός Θεού; Ότι ο Θεός προσέλαβε άνθρωπον, γην και σκήνωσε ΕΔΩ, ανάμεσα μας! Όχι κάπου έξω μακρυά και αφηρημένα, αλλά ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ! Οι ψευτοευλαβείς ιουδαίοι, οι θεομάχοι παίδες του Μάνεντος, οι κατ' εικόναν και καθ' ομοίωσιν της Ιδέας ενός Θεού φιλοσοφικού και αφηρημένου, οι άυλοι και απάνθρωποι!
Φανταστείτε τί ενέπνευσε τον ιερό υμνογράφο για να γράψει αυτά τα λόγια. Εκεί πού ο ναός ήταν κενός, άδειος, ψυχρός, λεηλατημένος, περισσότερο αίθουσα θρησκευομένων, παρά Ιερείον του Όντως Θεού, ξαφνικά γέμισε και πάλι με Εικόνες! Και άστραψε και έλαμψε και καταστολίστηκε!
Ε, αυτό δεν είναι ο Θρίαμβος του Ανθρώπου;! Δεν είναι ο Θρίαμβος της Αλήθειας πάνω στα σύννεφα και τα αινίγματα και τις άψυχες νεφέλες; Δεν είναι ο Θρίαμβος της αγιασμένης ύλης πάνω στην κούφια φιλοσοφία; Δεν είναι η δόξα του αγιασμένου Ανθρώπου; Του Σαρκωμένου Θεού; Η νίκη της Θεολογίας πάνω στην ηθικολογία; Και η νίκη του Σταυρού πάνω στην μωροδοξία; Το απτό, το ψηλαφητό και ταυτοχρόνως υπερκόσμιο! Αυτή η πίστις των Ορθοδόξων!
Οι χριστιανοί έζησαν την κόλαση για έναν αιώνα και με την αναστήλωση των Εικόνων αναστήθηκαν εξ Άδου κατώτατου. Έχουμε δεδομένα κάποια πράγματα σήμερα και δεν καταλαβαίνουμε τι χαρά και πανήγυρη έγινε τότε.
Ένα τροπάριο των αίνων χορεύει και χαίρει χαράν μεγάλην με τέτοια λόγια: "ἀστράπτει καὶ λάμπει, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, κεκοσμημένη ἀναστηλώσεσιν, Εἰκόνων τῶν ἁγίων νῦν, ἐκτυπωμάτων καὶ λάμψεσι...".
Έμπαιναν οι χριστιανοί στους ναούς τους και ήταν γυμνοί και θεοσκότεινοι σαν την παγωμένη ερημιά. Τώρα ο στολισμός των ναών σε κάθε μέρος με τα Θεία Εκτυπώματα, τους έκανε υπερκαταπληκτική κατάπληξη και φαιδροτάτη εντύπωση. Σαν να άναψαν χιλιάδες προβολείς άξαφνα στο βαθύ σκοτάδι και η ομορφιά του Παραδείσου να επλήρωσε σε μια στιγμή τα πάντα με φως. Αστραπή και Λάμψη καθώς το τροπάριο καταγράφει.
Α' Κυριακή των Νηστειών
Η νίκη της Ορθοδοξίας, η αναστήλωση της Εικόνας!
Hμέρα χαρμόσυνος και ευφροσύνης
ανάπλεως πεφανέρωται σήμερον...
Ας είναι ευλογητός ο Θεός, αγαπητοί μου αδελφοί, πού μας αξίωσε να βιώσουμε και πάλι τις λαμπρές και πενθοχαρμόσυνες αυτές ημέρες της Εκκλησίας μας. Την προπασχάλια αναστάσιμη χαρά της ορθόδοξης τεσσαρακοστής!
Από την κοιλάδα του κλαυθμώνος της Αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής αυτομάτως η αγία Εκκλησία μας μεταφέρει σε πελώρια ύψη θεολογίας, στο θαβώρειο όρος της δόξης. Θρηνήσαμε και κλάψαμε στο πρώτο αυτό σταθμό του σταδίου, είδαμε την πίστη των προφητών, είδαμε την νικη και τα οφέλη της νηστείας, αναψυχτήκαμε με τους λαμπρούς Χαιρετισμούς στην Υπεραγία Θεοτόκο, ευγνωμονήσαμε τον Μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο πανηγυρίζοντες, τώρα ας συστήσουμε εορτή για τον θρίαμβο και την πανήγυρη της Ορθοδοξίας.
Η Α' αυτή Κυριακή των Νηστειών, λαμπρύνεται από την δόξα της πίστης και την νίκη της Εκκλησίας. Την αποσαφήνιση του δόγματος και την νίκη της Εκκλησίας προβάλει αυτή η Κυριακή πάνω στον κόσμο. Ορθοτομεί η Εκκλησία και πανηγυρίζει, αιματοβαμμένη από τα πορφυρά αίματα των Πατέρων και των Μαρτύρων της γιατί θριάμβευσε πάνω στο δικέφαλο τέρας: την ειδωλολατρία της ύλης και την πλάνη του γνωστικισμού.
Ας φιμωθούν οι θεομάχοι παίδες του Μάνεντος. Ιδού Εσαρκωμένος ο Θεός καθαγίασε την ύλη και προσκυνείται υποστατικώς διά της Θεότητας του αναμέσον του λαού Του. Ας σωπάσουν οι μηδενιστές και οι λάτρεις της ύλης. Η αληθινή πίστη θριαμβεύει πνευματικώς, θριαμβεύει και ιστορικώς και από την πληθύν των ευσεβών ορθοδόξων οικουμενικώς λιτανεύεται. Ανοιχτή είναι η θύρα του Παραδείσου για όλους. Πνευματικά τα γυμνάσματα και σαρκικά τα παλαίσματα. Οι Πατέρες δογματίζουν συνοδικώς και η πλάνη της φιλοσοφίας φυγαδεύεται. Ορθώνεται η αλήθεια εζωγραφημένη και ιστορημένη και το σκότος διαλύεται.
Αστράπτει και λάμπει η Εκκλησία του Χριστού, στολισμένη με τις πανάγιες Εικόνες του Δεσπότη Χριστού, της Υπεραγίας Θεοτόκου και των αγίων δούλων του Θεού. Θριαμβεύει ο Σταυρός, ζουν τα λείψανα και προκαταγγέλουν ανάσταση, μεταβάλλεται ο άρτος και ο οίνος σε Σώμα και Αίμα Χριστού, καθαγιάζεται το νερό σε λουτρό παλλιγενεσίας, η πέτρα αντιλαλεί την δόξα του Θεού, ο ύμνος και η γραφίδα χαράζουν τα μεγαλεία Του,το μέλος μεγαλουργεί, ο ναός χωρεί τον άχώρητον, η Φύση πανηγυρίζει για την σφραγίδα Του, ο άνθρωπος βρίσκει πλέον ανοικτή την θύρα του χαμένου παραδείσου, γιατί όντως ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν ημίν.
Δεν λατρεύουμε Θεόν αφηρημένο, δεν προσκυνούμε κτίσμα και ύλη, αλλά αυτόν τον Κύριο υποστατικώς θεάνθρωπο προσκυνούμε και την άκτιστη χάρη του μεταλαμβάνουμε οι σαρκικοί και ανάξιοι!Διά της σαρκώσεως ο πριν γνωστός στους προφήτες και δικαίους αποκλειστικά Θεός, τώρα στους ανθρώπους μέσα στην Εκκλησία φανερώθηκε. Η θεοφάνεια ψηλαφητή, η δόξα θεατή, η σωτηρία εξασφαλισμένη, η μετοχή προσιτή. Ας σωπάσουν οι νεφελοβάτες και οι φλήναφοι, οι λάτρεις του πεπερασμένου νοός και οι μωρόδοξοι. Πανηγυρίζει ο Ησυχασμός και επικρατεί η αλήθεια. Αισχύνεται ο Βαρλαάμ και θριαμβεύει η ορθοδοξία.
Ας σωπάσουν οι χυδαίοι και οι παγανιστές, οι λατρεύοντες τα κτίσματα και όχι τον Κτίστη, γιατί αποσαφηνίστηκε η αλήθεια και νικά το Ευαγγέλιον. Ας διασκορπιστούν οι δαιμονισμένοι άυλοι και ας πάψουν της νοησιαρχίας οι οπαδοί.Η τιμή επί το πρωτότυπο διαβαίνει κατά τον θεορρήμονα Βασίλειο.Οι κοσμικοί ας αφήσουν τις υποκρισίες τους, οι παραδομένοι στην υλολατρεία να πάψουν να μας κατηγορούν για ειδωλολάτρες. Εμείς Θεόν σεσαρκωμένον λατρεύουμε και την μετοχή στην θεότητα ομολογούμε πανηγυρίζοντες!
Δεν είναι ξένη αυτή η εορτή με το πνεύμα της Τεσσαρακοστής. Αγιογραφικό εργαστήριο αναστήλωσης είναι η Εκκλησία. Η Τεσσαρακοστή είναι ένα ταξίδι επιστροφής στον Παράδεισο. Αναστηλώνοντας τις Εικόνες, ομολογούμε και δεσμευόμαστε για την αναστήλωση της δικής μας εικόνας, της εικόνας του Θεού.
Ο άνθρωπος δεν είναι νεφέλη, αλλ' ούτε και χώμα μόνον. Είναι το πλαστούργημα του σοφού Πλαστουργού από χώμα μεν και ουρανό αποτελούμενο. Είναι στην ζωή με την πνοή και την ενέργεια της μόνης Ζωής, του Τριαδικού Θεού. Είναι πλασμένος για να καταστεί θεός κατά χάριν. Αυτή είναι η ομολογία της ανόρθωσης και της αναστήλωσης της Εικόνας.Είναι η ομολογία πώς το καθ'ομοίωσιν είναι δυνατόν πλέον. Είναι αρραβώνας της ουράνιας δόξας. Αύτη η πίστη τον κόσμον εστήριξε. Αύτη η πίστις των Αποστόλων και των Πατέρων. Αυτή την πίστη ας την εμπλουτίζουμε και ας την διεκδικούμε το καθ'ημέραν, επιστρέφοντας κάθε στιγμή στον Θεό και Πατέρα μας.
Νικά η ορθοδοξία! Τίς Θεός μέγας ως ο Θεός ημών! Καλό υπόλοιπο τεσσαρακοστής, καλή επιστροφή.[2]
Η εικονομαχία δεν είναι ένας αγώνας που έχει τελειώσει
με την έννοια ότι ακόμα και τώρα μερικοί προσπαθούν
να βλάψουν τις εικόνες με τα λόγια και τις πράξεις τους
για να θίξουν τα συμφέροντα της πατρίδας μέσω της θρησκείας
γιατί οι περισσότεροι δεν βλέπουν τις προετοιμασίες
Μεγάλη Τεσσαρακοστή ή Σαρακοστή λέμε την χρονική περίοδο που ξεκινά από την Καθαρά Δευτέρα και ολοκληρώνεται την Παρασκευή προ των Βαΐων. Αυτές τις ημέρες, παράλληλα με τη μεγάλη προσπάθεια που κάνουμε να βελτιώσουμε τον εαυτό μας μέσω της πνευματικής άσκησης, της προσευχής και της εξομολόγησης, νηστεύουμε για να μιμηθούμε τη νηστεία που έκανε ο Χριστός στην έρημο μετά τη Βάπτισή Του.
Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι μία περίοδος μεγάλης πνευματικής προσπάθειας, γι' αυτό είναι και μία περίοδος χαράς
Η Εκκλησία για να μας βοηθήσει, τιμά στις πέντε Κυριακές της Σαρακοστής -οι οποίες ονομάζονται Κυριακές των Νηστειών- γεγονότα και πρόσωπα πολύ σημαντικά για την καλλιέργεια της ψυχής μας και με αυτόν τον τρόπο, προσπαθεί να μας δώσει παραδείγματα και δύναμη στον αγώνα μας
Α' Κυριακή των Νηστειών: Της Ορθοδοξία
Η 1η Κυριακή είναι της Ορθοδοξίας
Γιορτάζουμε την αναστήλωση των εικόνων (843 μ.Χ.) από την Αγία Θεοδώρα και τον Πατριάρχη Μεθόδιο. Ξαναέδωσαν στις εικόνες την θέση τους στους Ιερούς Ναούς και στην λατρεία, για να έχουμε σήμερα την ευλογία να τις προσκυνούμε. Τις εικόνες, όταν τις προσκυνάμε, τιμάμε το πρόσωπο ή το γεγονός που εικονίζεται. Αυτήν την Κυριακή λιτανεύουμε τις εικόνες για να δείξουμε πόσο δυνατή και ζωντανή είναι η πίστη μας.
Την 2η Κυριακή τιμάμε τον Άγιο Γρηγόριο Τον Παλαμά.
Είναι ένας από τους μεγάλους Πατέρες Της Εκκλησίας, που και αυτός αγωνίστηκε για την θεμελίωση της πίστης. Έχοντας δυνατή πίστη μέσα του, αγωνίστηκε με προσευχή, άσκηση, νηστεία και ελεημοσύνη, ζητώντας πάντα από τον Θεό, τον φωτισμό και το έλεος Του
Η 3η Κυριακή είναι της Σταυροπροσκυνήσεως.
Το νόημα αυτής της Κυριακής είναι εμφανές. Καθώς βρισκόμαστε στην μέση της νηστείας και του πνευματικού αγώνα και έχουμε αρχίσει να κουραζόμαστε, χρειαζόμαστε βοήθεια και ενθάρρυνση για να σηκώσουμε τον προσωπικό μας σταυρό. Αυτήν τη βοήθεια την παίρνουμε ατενίζοντας τον Σταυρό Του Χριστού, που υψώνεται στο μέσο των ναών και καλούμαστε να τον προσκυνήσουμε.
Την 4η Κυριακή τιμάμε τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος.
Είναι ένας μεγάλος ασκητής του 7ου μ.Χ. αιώνα, που με την ζωή του έδειξε πως η πορεία μας στον κόσμο αυτό, είναι σαν σκαλοπάτια προς τον ουρανό. Καρπός της ζωής του ήταν ένα βιβλίο που έγραψε και ονομάζεται η «Κλίμακα», που σημαίνει σκάλα. Με τους λόγους του μας εξηγεί πως μπορεί να ανεβεί κανείς τα σκαλοπάτια από τη γη μέχρι τον ουρανό, ώστε να συναντηθεί με τον Χριστό.
Η 5η Κυριακή είναι της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας.
Είναι ένα μεγάλο παράδειγμα μετάνοιας αλλά και αγάπης του Χριστού για κάθε άνθρωπο. Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, έζησε μια ζωή μακριά από τον Χριστό, μέσα στην αμαρτία αλλά εκείνος σαν «καλός Ποιμένας» την αναζήτησε και εκείνη, αφού μετανόησε, τον ακολούθησε και έζησε κοντά Του. Γι' αυτό να μην ξεχνάμε, πως δεν υπάρχει κακό που δεν συγχωρείτε από τον Χριστό μας, αρκεί κι εμείς να νιώσουμε την διάθεση να μετανοήσουμε και να αλλάξουμε τρόπο ζωής.
Βουβή Εβδομάδα
Η εβδομάδα που ξεκινάει τη Δευτέρα μετά την Έ Κυριακή των Νηστειών, είναι η τελευταία της Σαρακοστής και την λέμε βουβή ή κουφή γιατί στην εκκλησία δεν γίνεται καμιά ακολουθία κι αυτό για να ξεκουραστούν οι πιστοί από τις συχνές ακολουθίες που προηγήθηκαν και να προετοιμαστούν για την Μεγάλη Εβδομάδα που πλησιάζει.
Σάββατο του Λαζάρου
Το Σάββατο της βουβής, δηλαδή το Σάββατο πριν την έναρξη της Μεγάλης Εβδομάδας, είναι το Σάββατο του Λαζάρου. Είναι η μέρα που ο Χριστός ανέστησε εκ νεκρών τον αγαπημένο του φίλο Λάζαρο, τρεις μέρες μετά τον θάνατό του.
Κυριακή των Βαϊων
Η επόμενη μέρα του Σαββάτου του Λαζάρου είναι η Κυριακή Των Βαΐων. Γιορτάζουμε την θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, πάνω σ' ένα γαϊδουράκι.
Οι δύο αυτές ημέρες, δηλαδή το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαϊων, δεν ανήκουν στην Μεγάλη Σαρακοστή αλλά ούτε και στη Μεγάλη Εβδομάδα. Είναι δύο μέρες "ξεκούρασης" από τον σωματικό και ψυχικό αγώνα που προηγήθηκε τις προηγούμενες 40 ημέρες και ταυτόχρονα είναι δύο ημέρες "προπαρασκευής" για την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα που ακολουθεί.
Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή ή Σαρακοστή είναι χριστιανική χρονική περίοδος νηστείας. Είναι η αρχαιότερη από τις μεγάλες νηστείες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Καθιερώθηκε τον 4ο αιώνα. Αρχικά διαρκούσε έξι εβδομάδες ενώ αργότερα προστέθηκε και η έβδομη εβδομάδα.
Ονομάζεται "Σαρακοστή" γιατί περιλαμβάνει σαράντα ημέρες νηστείας. Η ονομασία "Τεσσαρακοστή" αρχικά σήμαινε την τεσσαρακοστή (40ή) ημέρα πριν το Πάσχα, γρήγορα όμως το όνομα δόθηκε σε όλη την περίοδο της νηστείας πριν το Πάσχα. Πολλοί τοποθετούσαν και τη Μεγάλη Εβδομάδα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, οπότε ο χρόνος των σαράντα ημερών διευρυνόταν. Ο χαρακτηρισμός "Μεγάλη" δε δίνεται για τη μεγάλη διάρκειά της, αλλά για τη σημασία της, σε ανάμνηση των Παθών του Χριστού.
Η Μεγάλη Σαρακοστή αποτελεί την προετοιμασία των πιστών για τη γιορτή της Ανάστασης του Χριστού από την οποία και προσδιορίζεται κατ' έτος ως κινητή περίοδος. Διαρκεί από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή πριν το Σάββατο του Λαζάρου, οπότε ακολουθεί η Κυριακή των Βαΐων και η Μεγάλη Εβδομάδα. Η δε Κυριακή των Βαΐων είναι η τελευταία ημέρα της περιόδου αυτής.
Η Μεγάλη Εβδομάδα δεν περιλαμβάνεται στη Σαρακοστή αν και συνεχίζεται η νηστεία που είναι ιδιαίτερα αυστηρότερη. Στη πραγματικότητα μαζί με την εβδομάδα των Αγίων Παθών είναι πεντηκονθήμερη περίοδος.
Σε όλες τις ημέρες της Μεγάλης Σαρακοστής τηρείται αυστηρή νηστεία εκτός του Σαββάτου και Κυριακής, όπου γίνεται κατάλυση οίνου και ελαίου, επιτρέπεται δηλαδή η κατανάλωση κρασιού και λαδιού. Στις υπόλοιπες ημέρες η νηστεία συνίσταται σε ξεροφαγία , δηλαδή σε φυτικές τροφές χωρίς έλαιο Εξαίρεση αποτελεί:
η γιορτή των Αγίων Τεσσαράκοντα μαρτύρων όπου καταλύεται το λάδι καθώς και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου οπότε καταλύεται το ψάρι, όποια μέρα και να γιορτασθεί.
Κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα τηρείται αυστηρή νηστεία ακόμα και το Μεγάλο Σάββατο όπου είναι και το μόνο Σάββατο του έτους που, σύμφωνα με τους κανόνες της εκκλησίας, δεν καταλύεται το λάδι.
Εκ της ονομασίας αυτής τα προς κατανάλωση νηστίσιμα τρόφιμα της περιόδου αυτής, αλλά και οποιαδήποτε έχουν σχέση μ΄ αυτή ονομάζονται σαρακοστιανά σε αντίθεση με τα πασχαλινά.
Με την Καθαρά Δευτέρα ξεκινά η Σαρακοστή για την Ορθόδοξη εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα σημάνει το τέλος των Απόκρεω. Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε έτσι γιατί οι Χριστιανοί «καθαρίζονταν» πνευματικά και σωματικά.[1] Είναι μέρα νηστείας αλλά και μέρα αργίας για τους Χριστιανούς. Η νηστεία διαρκεί για 40 μέρες, όσες ήταν και οι μέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο. Η Καθαρά Δευτέρα εορτάζεται 48 ημέρες πριν την Κυριακή της Ανάστασης του Χριστού, το χριστιανικό Πάσχα.