Η Αγία Ειρήνη η Μεγαλομάρτυς έζησε περί τον 4ο αιώνα. Ήταν από τη Μαγεδών, κόρη του τοπικού άρχοντα Λικινίου.
Το αρχικό όνομά της ήταν Πηνελόπη. Όταν όμως ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό βαπτίσθηκε Ειρήνη. Η χριστιανική παράδοση αναφέρει πως ήταν εξαιρετικής ομορφιάς και μόρφωσης και με ιδιαίτερη ευφράδεια και έντονο θρησκευτικό ζήλο. Ανέλαβε ιεραποστολικά καθήκοντα στη Περσία επί Σαπώρ Α΄ όπου και υπέστη μεγάλη καταδίωξη.
Τελικά η Ειρήνη κατέφυγε στην Έφεσο συνεχίζοντας να διδάσκει με ακόμη εντονότερο ζήλο και με λαμπρά αποτελέσματα ως το θάνατό της που έλαβε χώρα στην ίδια πόλη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ανακήρυξε την Ειρήνη Αγία και Μεγαλομάρτυρα και όρισε να τιμάται η μνήμη της στις 5 Μαΐου κατ΄ έτος.
Ήταν προστάτις της Ελληνικής Χωροφυλακής και σήμερα της Ελληνικής και Κυπριακής Αστυνομίας.
O Άγιος Εφραίμ (14 Σεπτεμβρίου 1384 – 5 Μαΐου 1426) είναι ένας από τους «νεοφανείς αγίους» για τον οποίο δεν υπάρχουν ιστορικά γραπτά ή άλλα ευρήματα που να τεκμηριώνουν είτε την ύπαρξή του ως ιστορικό πρόσωπο είτε την προσέγγιση ή όχι όσων διηγείται η πρόσφατη εκκλησιαστική παράδοση με πραγματικά ιστορικά συμβάντα.
Τα λεπτομερή βιογραφικά στοιχεία του λέγεται ότι αποκαλύφθηκαν στη μοναχή Μακαρία Δεσύπρη σε μια σειρά από οράματα που είχε το 1950. Σύμφωνα με αυτά, το κοσμικό όνομα του Αγίου Εφραίμ ήταν Κωνσταντίνος Μόρφης. Γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου του 1384 στα Τρίκαλα. Ήταν γιος πολυμελούς οικογένειας, η οποία για να τον γλυτώσει από το παιδομάζωμα τον έστειλε στη Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου σε ηλικία μόλις 14 ετών. Εκεί έμεινε εως την ηλικία των 18 ετών σαν δόκιμος μοναχός. Τότε χρίστηκε μοναχός και σε λίγα χρόνια Ιερέας.
Από το 1416 που κατελήφθη η Αθήνα από τους Οθωμανούς η Ιερά Μονή γνώρισε δυο καταστροφές. Κατά την πρώτη ο άγιος έτυχε να προσεύχεται σε μια σπηλιά στο βουνό αλλά στη δεύτερη στις 14 Σεπτεμβρίου του 1425 επέστρεψαν και τον βασάνισαν με ιδιαίτερη αγριότητα για οκτώμισι μήνες. Μαρτύρησε στις 5 Μαΐου 1426 σε ηλικία 42 ετών.
Η μνήμη του εορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 3 Ιανουαρίου (ανακομιδή λειψάνων) και 5 Μαΐου (ανάμνηση μαρτυρίου).
ο Άγιος Εφραίμ γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1384μ.Χ. Ήταν ένα από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας Μόρφη. Οι γονείς του, όταν βάπτισαν τον Άγιο, του έδωσαν το όνομα Κωνσταντίνος. Σε μικρή ηλικία ο Άγιος Εφραίμ ορφάνεψε από πατέρα. Από εκείνη την στιγμή η μητέρα του ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη φροντίδα της οικογένειας. Στη φροντίδα αυτή συμπεριέλαβε και τη χριστιανική αγωγή των παιδιών της. Ο Άγιος από μικρός έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για το Θεό και τη Χριστιανική πίστη.
Το παιδομάζωμα
Όταν ο Άγιος Εφραίμ ήταν δεκατεσσάρων ετών, στην περιοχή των Τρικάλων γινόταν παιδομάζωμα από τους Τούρκους, υπό τις διαταγές του Σουλτάνου Βαγιαζίτ του 1ου. Το παιδομάζωμα ήταν το πρώτο στάδιο της δημιουργίας των Γενιτσάρων. Μάζευαν οι Τούρκοι μικρά Ελληνόπουλα και τα έστελναν στην Τουρκία, όπου σε ειδικά στρατόπεδα τα μεγάλωναν γεμίζοντας την καρδιά τους αγάπη για τον Αλλάχ και μίσος για το Χριστό και την Ελλάδα. Αυτά τα Ελληνόπουλα γίνονταν οι φοβεροί Γενίτσαροι, που όπως λένε πολλές μαρτυρίες ήταν σκληρότεροι και από τους ίδιους τους Τούρκους.
Φοβούμενη η μητέρα του Αγίου ότι θα τον πάρουν και αυτόν οι Τούρκοι, τον συμβούλεψε να φύγει από το πατρικό του σπίτι και να κατευθυνθεί σε περιοχές της Ελλάδας που δεν ήταν ακόμα κάτω από τον Τουρκικό ζυγό. Όταν θα έφτανε σε μια τέτοια περιοχή, τον ορμήνεψε, να βρει ένα μοναστήρι και να εισαχθεί εκεί ως δόκιμος μοναχός, μιας και η μοναστική ζωή ήταν κάτι που επιθυμούσε και ο ίδιος.
Τις συμβουλές αυτές ακολούθησε ο Άγιος Εφραίμ και μετά από πολλούς κόπους έφτασε στο όρος Αμώμων της Αττικής. Είναι το όρος που, στις μέρες μας, στους πρόποδες του είναι χτισμένη η Νέα Μάκρη. Στο όρος είχαν μαζευτεί χριστιανοί ασκητές, και από αυτούς ονομάστηκε όρος Αμώμων, δηλαδή όρος των Καθαρών. Εκεί υπήρχε και το ανδρικό μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Σε αυτό το μοναστήρι κατέφυγε ο Άγιος Εφραίμ και έμεινε έως την ηλικία των 18 ετών ως δόκιμος μοναχός της μονής.
Ο Άγιος Εφραίμ γίνεται μοναχός
Στην ηλικία των δεκαοκτώ χρίστηκε μοναχός και έλαβε το όνομα Εφραίμ (όπως έχουμε αναφέρει μέχρι τότε ονομαζόταν Κωνσταντίνος). Μετά δε από λίγα χρόνια χειροτονήθηκε Ιερέας. Στο μοναστήρι περνούσε πολύ λίγο χρόνο. Συνήθως ήταν απομονωμένος σε μια σπηλιά στην περιοχή όπου και ασκήτευε.
Τα χρόνια περνούσαν και η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε υποδουλώσει σχεδόν όλη την Ελλάδα. Στην περιοχή της Αττικής δρούσαν Τουρκικά στρατεύματα υπό τις διαταγές του Εβρενόμπεη. Μέρος αυτών των στρατευμάτων, το 1424, αναπτύχθηκε στην περιοχή του όρους Αμώμων και άρχισε να καταστρέφει, να λεηλατεί και να δολοφονεί, κάνοντας πράξη την συνήθη τακτική των Τουρκικών στρατευμάτων τον καιρό εκείνο. Έτσι έφτασαν και στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και απαίτησαν να τους παραδοθούν οι θησαυροί του μοναστηριού. Το μοναστήρι όμως ήταν φτωχό και το μόνο που κατάφεραν να πάρουν οι Τούρκοι από εκεί ήταν οι ζωές όλων των μοναχών που σφαγιάστηκαν στην αυλή του μοναστηριού.
Το μαρτύριο του Αγίου Εφραίμ
ο Άγιος την ημέρα εκείνη δεν ήταν στο μοναστήρι. Όταν το επισκέφθηκε την επόμενη, βρήκε τα πτώματα των μοναχών στην αυλή και το μοναστήρι κατεστραμμένο. Αφού φρόντισε για την ταφή των μοναχών, αποσύρθηκε μόνιμα πλέον στην σπηλιά που ασκήτευε. Στο μοναστήρι κατέβαινε μόνο στις μεγάλες εορτές για να λειτουργήσει στην εκκλησία του. Σε μια τέτοια εορτή, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1425 (ημέρα μνήμης της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού), ξαναεπισκέφθηκαν οι Τούρκοι την μονή. Συνέλαβαν τον Άγιο και άρχισαν να τον υποβάλουν σε φρικτά βασανιστήρια προσδοκώντας να τους αποκαλύψει τυχών μυστικές κρύπτες με θησαυρούς που δεν είχαν καταφέρει να ανακαλύψουν. Οκτώ ολόκληρους μήνες ο Άγιος υπέμενε τα φρικτά βασανιστήρια των Τούρκων! Στις 5 Μαΐου του 1426, δε, κρεμασμένος ανάποδα και καρφωμένος με καρφιά στον κορμό μιας μουριάς, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, σε ηλικία 42 ετών.
Η ανεύρεση του τιμίου λειψάνου του Αγίου Εφραίμ
Πέρασαν 524 χρόνια από το μαρτυρικό θάνατο του Αγίου Εφραίμ μέχρι να φανερωθεί. Το τίμιο λείψανό του ευρέθη στις 3 Ιανουαρίου 1950 μετά από θαυματουργική αποκάλυψη στην Ηγουμένη Μακαρία.
Αυτή τη στιγμή άκουγα μια φωνή μέσα μου που μου έλεγε “σκάψε εκεί και θα βρεις”. Συνέχεια. Κι όταν άκουγα την φωνή έβλεπα και πού να σκάψω, το μέρος. Οπότε πήρα κάποιον άνθρωπο να με βοηθήσει στο σκάψιμο και ενώ έδειχνα στον άνθρωπο πού θα έσκαβε, εκείνος δεν ήθελε να σκάψει εκεί. Τέλος πάντων, αφού είδα ότι δεν επρόκειτο να με ακούσει τον άφησα ελεύθερο. “Πήγαινε όπου θέλεις και σκάψε”, με την πεποίθηση ότι θα γυρίσει πίσω να σκάψει εκεί που ήθελα. Κι έτσι έγινε. Πήγε σε 3-4 μέρη και δεν μπόρεσε να σκάψει γιατί εγώ έμεινα εκεί και παρακαλούσα να μην μπορεί να σκάψει όπου πάει. Κι έτσι δεν μπόρεσε να σκάψει και μετά πήρε την απόφαση και ήρθε. “Ας σκάψουμε εδώ”, αφού δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Και όπως έσκαβε του έλεγα σιγά μην κουράζεσαι, αλλά εγώ φοβόμουν μη μου κάνει ζημιά σε αυτό που περίμενα. Κι αφού φτάσαμε σε ένα μέτρο, σε ένα βάθος 1,70 περίπου, βρέθηκε το κεφαλάκι του (Αγίου Εφραίμ). Του λέω “άντε ευχαριστώ πολύ, πήγαινε γιατί κουράστηκες”. Κι εγώ μόνη μου με το χεράκι μου, επειδή ήθελα να το προσέξω, επειδή έσκαβε πολύ νευρικά. Το βρήκα το λείψανο ολόκληρο και προσπάθησα να πάρω το χώμα από πάνω και να το δω ολοκληρωμένο.
Η προφητεία του Αγίου Εφραίμ
Να ξέρουμε αδελφοί μου ότι δεν είναι τυχαία η εμφάνιση αγνώστων μαρτύρων μετά από τόσους αιώνες. Πολλοί γέροντες λένε ότι ζούμε στα έσχατα χρόνια και ο Θεός φανερώνει τους αγίους του για να μας δυναμώσει στην πίστη μας. Ο Άγιος Εφραίμ είχε πει στην Ηγουμένη Μακαρία σε μια από τις πρώτες θαυματουργικές εμφανίσεις του.
Θα κάνω πολλά θαύματα, για να πιστέψει ο κόσμος και να σωθεί, πριν έλθουν τα μεγάλα δεινά.
Σκεφτείτε ότι αυτό το είπε ο Άγιος Εφραίμ μετά την καταστροφική για τον τόπο μας Γερμανική Κατοχή και το Εμφύλιο.
Μονή Αγίου Εφραίμ
Στις μέρες μας στο μοναστήρι αυτό μένουν και υπηρετούν μοναχές. Το λείψανο του Αγίου Εφραίμ φυλάσσεται εκεί και καθημερινά εκατοντάδες πιστών το επισκέπτονται ζητώντας από τον Άγιο την ευλογία και την βοήθεια του. Ο Άγιος με την χάρη του Θεού έχει κάνει χιλιάδες θαύματα. Στον περίβολο της μονής, και προστατευμένη από κτίσμα που χτίστηκε γύρω της, υπάρχει η μουριά πάνω στην οποία ο Άγιος Εφραίμ άφησε την τελευταία του πνοή. Η ηρεμία που επικρατεί στον χώρο είναι κάτι που δεν περιγράφεται με λέξεις. Θα την νιώσετε κι εσείς όταν με την βοήθεια του Χριστού επισκεφθείτε τον Άγιο Εφραίμ στην μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στην Νέα Μάκρη Αττικής.
Η Μονή Αγίου Εφραίμ είναι ανοικτά κάθε μέρα από τις 7 το πρωί μέχρι τις 12 το μεσημέρι και από τις 16:00 μέχρι τις 18:00. Τις Κυριακές παραμένει ανοιχτή και το μεσημέρι.
Διεύθυνση Αγίου Εφραίμ, Νέα Μάκρη 190 05, Αττική Τηλέφωνο 2294 091202
Γιορτή του Αγίου Εφραίμ
Η εκκλησία μας έχει αφιερώσει στην μνήμη του Αγίου Εφραίμ δύο ημέρες του έτους. Την 5η Μαΐου όπου τιμούμε το μαρτυρικό θάνατο του Αγίου και την 3η Ιανουαρίου όπου τιμούμε την ανεύρεση των ιερών λειψάνων του. Τα ιερά λείψανα του Αγίου Εφραίμ βρέθηκαν με Θεία Παρέμβαση το 1950, 524 ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατο του.
Στην εικόνα του, Άγιος Εφραίμ ο Μεγαλομάρτυρας και Θαυματουργός, απεικονίζεται να ευλογεί με το δεξί του χέρι και να κρατάει μια φλόγα στο αριστερό του χέρι. Αυτή η φλόγα είναι η φλόγα της πίστης, ο Θεϊκός έρωτας. Αυτή η φλόγα ήταν η δύναμη του στα μεγάλα μαρτύρια που πέρασε και αυτή την φλόγα θείας πίστεως θέλει να έχουν όλοι οι Χριστιανοί ξανά στους έσχατους καιρούς.
Απολυτίκιο του Αγίου Εφραίμ:
Εν όρει των Αμώμων ώσπερ ήλιος έλαμψας και μαρτυρικώς θεοφόρε προς Θεόν εξεδήμησας, βαρβάρων υποστάς επιδρομάς Εφραίμ Μεγαλομάρτυς του Χριστού, δια τούτο αναβλύζεις χάριν αεί τοις ευλαβώς βοώσι σοι, δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.
Ήταν Γενάρης του 1996, Κυριακή ξημερώματα, βλέπω στον ύπνο μου ότι ήμουν σε μια μεγάλη εκκλησία πλούσια σε χρυσό και γεμάτη φώτα και κόσμο μιας και έξω είχε παρέλαση.
Μια κοπέλα μου λεει πως πρέπει να πάμε να προσκυνήσουμε γιατι η μητέρα μιας φίλης μας πέθανε.
Περίμενα στην σειρά και ότι έφτασα μπροστά είδα πως αντι για φέρετρο υπήρχε μία όρθια λάρνακα απο γυαλί και μέσα ήταν ένας ψηλός άνδρας, νεαρής ηλικίας μιας και η γενιάδα του ήταν μαύρη, αδύνατος, με άμφια και περιδέραια που φοράνε οι μητροπολίτες. Φόραγε ένα μαυρο καπέλο αρχιερατικό με κεντημένο ένα κόκκινο σταυρό πάνω, φαινόταν ολοζώντανος σαν να κοιμάται...
Προσκύνησα αποριμένη μιας και περίμενα να δω την μητέρα της φίλης μου, στο τζάμι είδα ενα μικρο χαρτάκι κολλημένο το οποίο έλεγε¨ΕΦΡΑΙΜ¨. Το άλλο πρωι ξύπνησα απορημένη μιας και αναρωτιώμουν ποιος ήταν αυτός που είδα, δεν ξαναείχα ακούσει αυτο το όνομα και μου φαινόταν περίεργο. Ρώτησα την γιαγιά μου εαν υπάρχει Αγιος ή Οσιος Εφραίμ και μου απάντησε με στόμφο ΕΦΡΑΙΜ, βεβαιως και υπάρχει.. Ενιωσα μια ανατριχίλα, πως μου εμφανιστηκε ενω ούτε καν τον γνωρίζα, ούτε τον μελέτησα ποτε.
Τις επόμενες μέρες ρώτησα μια συνάδελφο μου, ή οποία ήταν πολύ θρήσκα και πήγαινε κάθε Κυριακή σε μοναστήρια. Μου είπε που βρισκόταν το λείψανο του Αγίου και άρχισε να μου λέει τα χαρακτηριστικά του και τον βίο του, με μεγάλη έκπληξη διαπίστωσα πως τα χαρακτηριστικά του ήταν ίδια με αυτα που είχα δει στο ονειρο μου. Η συνάδελφος μου τόνισε ότι πρέπει να πάω στο μοναστήρι αλλα λόγω δουλειάς το αμέλησα.
Μετά απο 2 μήνες μια Κυριακη περίμενα το λεωφορείο για να παω στην γιαγια μου και σκεφτόμουν ότι αμέλησα να πάω στον Αγιο Εφραιμ, ξαφνικά βλέπω ενα ταξι και το σταματάω για να πάω πιο γρήγορα, με το που μπαινω μέσα το μάτι μου έπεσε σε μια εικόνα που είχε ο ταξιτζής ενος Αγίου που πρώτη φορά έβλεπα αυτη την εικόνα αλλα το πρόσωπο μου ήταν γνωστό..
Τον ρώτησα δειλα.. αυτός ο Αγιος εκεί είναι ο Αγιος Εφραιμ; Ο ταξιτζης απάντησε θετικά και άρχιζε να μου λέει ποσο καλός και θαυματουργός είναι ο Αγιος.
εικόνα είχαν μπροστά μπροστα και είδα!.. Το Αγιου Εφραιμ! Ε.. αυτο ήταν μετά απο λίγες μέρες αξιώθηκα και πήγα στο μοναστήρι
Των Αγίων Μυροφόρων γυναικών, έτι δε Ιωσήφ του εξ Αριμαθαίας και του νυκτερινού μαθητού Νικοδήμου.
Σήμερα, Κυριακή τρίτη από το Πάσχα, η Εκκλησία μας τιμά δυο ομάδες προσώπων: η πρώτη αποτελείται από δυο άνδρες, τον Ιωσήφ και το Νικόδημο, και η δεύτερη από τις μυροφόρες γυναίκες. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος είναι αψευδείς μάρτυρες του πραγματικού θανάτου του Ιησού Χριστού και της ταφής Του και οι μυροφόρες είναι αυτές που άκουσαν πρώτες το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης και είχαν ακολούθως άμεση εμπειρία του Αναστάντος Κυρίου.
«Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον• ήγέρθη, ουκ εστίν ώδε• ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν»
Η Ανάσταση του Θεανθρώπου Ιησού είναι η νίκη της ζωής εναντίον του θανάτου˙ ο Χριστός με το θάνατό του κατατρόπωσε το θάνατο και χάρισε σε μας την αιώνια ζωή. «Πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, Άδη, το νίκος; Ανέστη Χριστός, και συ καταβέβλησαι.
Ανέστη Χριστός, και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός, και χαίρουσιν Άγγελοι. Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται…» (Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, Λόγος Κατηχητικός Κυριακής του Πάσχα).
Ο θεάνθρωπος Ιησούς με το πάθος, τον εκούσιο σταυρικό θάνατο και την ανάστασή Του, λύτρωσε οριστικά εμάς τους ανθρώπους από την απελπιστική φθορά και το θάνατο και μας χάρισε την αιώνια ζωή: «Αναστάς ο Ιησούς από του τάφου καθώς προείπεν, έδωκεν ημίν την αιώνιον ζωήν και μέγα έλεος» (βλ. Όρθρο Κυριακής του Πάσχα).
Ο Κύριος με την Ανάστασή του καταπατά το θάνατο, δίδει τη ζωή σε εκείνους που ήταν καταδικασμένοι να παραμείνουν στα μνήματα και διασφαλίζει την εκ νεκρών ανάσταση όλων των θανόντων.
Αυτό άλλωστε φαίνεται ξεκάθαρα και στο εφύμνιο της Πασχαλινής περιόδου: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». Ο αναστάς Κύριος μεταγγίζει σε μας την αθανασία και την παντοτινή αφθαρσία.
Με το φως της Θεότητός Του διαλύει το σκοτάδι της φυλακής των ψυχών των ανθρώπων και ζωοποιεί τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έτσι το γεγονός του θανάτου καθίσταται ένα πέρασμα από την πρόσκαιρη ζωή στην αιώνια.
Βέβαια, είναι κατά την ανθρώπινη φύση μας σχεδόν αδύνατο να μην δειλιάσουμε, να μην πονέσουμε και να μην θρηνήσουμε μπροστά στο γεγονός του θανάτου, επειδή είναι κάτι που αρχικά ήταν κάτι εντελώς ξένο προς εμάς.
Ο ίδιος ο Κύριος ως τέλειος άνθρωπος δακρύζει μπροστά στο θάνατο του φίλου του Λάζαρου (βλ. Ιωαν. 11,35) και Τον κυριεύει αγωνία όταν πλησιάζει η σύλληψη και η σταύρωσή Του: «Η αγωνία Τον κυρίεψε και προσευχόταν πιο πολλή ώρα.
Ο ιδρώτας του γινόταν σαν σταγόνες αίματος κι έπεφτε στη γη» (Λουκ. 22,44). Επίσης για το θάνατο του Κυρίου θρηνούν οι μαθητές Του (πρβλ. Λουκ. 23,17) και οι μυροφόρες γυναίκες (πρβλ. Ιωαν. 19,11).
Εντούτοις, λόγω της βεβαιότητας της Αναστάσεως, ο πόνος μπροστά στο γεγονός του θανάτου δεν μας οδηγεί στην απελπισία, αλλά είναι συνυφασμένος με θεία παρηγοριά.
Ο Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Χωρίς Θεό δεν ερμηνεύεται ο πόνος. Με λάθος πάλι Θεό, δεν παρηγορείσαι. Τί φοβερό που η Εκκλησία μας κηρύσσει Θεό Εσταυρωμένο!
Πόσο τίμιο και πόσο αληθινό! Πόσο επαναστατικό για τη σκέψη μας και πόσο ανατρεπτικό! Ομολογεί Θεό που είναι για μεν τους Έλληνες μωρία, για δε τους Ιουδαίους σκάνδαλο. Θεό εκούσια ηττημένο, που δεν Τον αντέχει η ορθή λογική.
Θεό που ομολογείται με θυσία τόσων μαρτύρων και θριαμβεύει. Θεό που διωκόμενος ζωντανεύει και θανατούμενος ανασταίνεται» («Εκεί που δε φαίνεται ο Θεός», σελ. 212-213).
Ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού του Ζώντος, είναι αυτός που από την ανυπαρξία μας έπλασε και μας έδωσε τη ζωή. Αυτός και τώρα με την εκ νεκρών Ανάστασή Του μας χαρίζει την προοπτική της αιώνιας ζωής. Ας μη μείνουμε έξω του νυμφώνος.
Ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το φως της Αναστάσεως. Ας γευτούμε μαζί με τις Μυροφόρες και τους Αποστόλους την εμπειρία της καινούργιας ζωής και αφθαρσίας.
Ας προσπαθούμε να γίνουμε μέτοχοι της αιωνιότητος διά μέσω της Εκκλησίας και των μυστηρίων της, για να έχουμε τη βεβαιότητα της Αναστάσεως και κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Γένοιτο
Ο Άγιος Πέτρος υπήρξε γόνος πλούσιας Βυζαντινής οικογένειας. Γεννήθηκε γύρω στα 850 μ. Χ. στην Κων/πολη. Από τα παιδικά του χρόνια ανατράφηκε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» από τους ευλαβείς γονείς του. Μέσα σ᾿ αυτή την κατ᾿ οίκον εκκλησία καρποφόρησαν ως άνθη του Παραδείσου, οι αυτάδελφοι, Παύλος, Διονύσιος, Πέτρος, Πλάτων και η αδελφή τους.
Πρώτος ο Παύλος, ο πρωτότοκος αδελφός, έγινε μοναχός. Τον ακολούθησε ο Διονύσιος και κατόπιν οι γονείς και η νεαρή αδελφή τους. Όμως πάνω στον ιερό αγώνα, ο Κύριος πήρε μαζί Του στη θριαμβεύουσα Εκκλησία τους ευσεβείς γονείς του. Μετά από αυτό ανοίχτηκε ο δρόμος του Πέτρου και του μικρότερου αδελφού, του Πλάτωνα, προς τη μοναχική πολιτεία, αφού πρώτα μοίρασαν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς.
Ο Πέτρος πολύ γρήγορα διακρίθηκε για τους ασκητικούς αγώνες του, προ πάντων για την ταπεινοφροσύνη, τη σωφροσύνη, τη φιλανθρωπία, την υπομονή, την εγκράτεια και την προσευχή. Μελετούσε την Αγία Γραφή και τους Πατέρες, αλλά και τη «θύραθεν σοφία» έχοντας ως πρότυπο τον Μέγα Φώτιο, Πατριάρχη της Κων/πόλεως. Είχε κατά τον αυτόπτη μαθητή του, Θεόδωρο Νικαίας, και το σχήμα και το βάδισμα, και το βλέμμα και το μειδίαμα αξιοθαύμαστα. Καλλιέργησε τις αρετές και εθεωρείτο το σέμνωμα των συμμοναστών του.
Ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Νικόλαος Α’ ο Μυστικός, ιεράρχης σοφός και λόγιος, πληροφορήθηκε για τα χαρίσματα και την ευσέβεια του Μοναχού Πέτρου και θέλησε να τον χειροτονήσει Μητροπολίτη Κορίνθου. Εκείνος από ταπεινοφροσύνη αρνήθηκε και ο Πατριάρχης χειροτόνησε Μητροπολίτη Κορίνθου τον Παύλο, τον μεγαλύτερο αδελφό του Αγίου. Ο Πέτρος ήρθε κοντά στον αδελφό του και μόνασε σε ασκητήριο πλησίον της Κορίνθου. Το ασκητήριο ευωδίαζε από τους ασκητικούς αγώνες του Αγίου και συνέπαιρνε τις ψυχές των προσερχόμενων περιοίκων, οι οποίοι συνεχώς τον επισκέπτονταν, για να πάρουν την ευλογία του. Η φήμη του Αγίου ανδρός έφτασε μέχρι το Άργος.
Την εποχή εκείνη χήρεψε η θέση της Επισκοπής Άργους και Ναυπλίας, η οποία ήταν εξαρτημένη από τη Μητρόπολη Κορίνθου και οι ευσεβείς κάτοικοι της περιοχής απευθύνθηκαν προς τον Παύλο ζητώντας επιμόνως ως Επίσκοπό τους τον Πέτρο. Ικέτευαν να αναλάβει τον θρόνο επικαλούμενοι τη ζοφερή κατάσταση που επικρατούσε στον τόπο τους από την έλλειψη ιερέων, ώστε έμεναν αβάπτιστα τα παιδιά και θάβονταν αδιάβαστοι οι νεκροί. Εδώ ο μεγάλος ησυχαστής, υπέκυψε μπροστά στην πίεση του λαού του Θεού και χειροτονήθηκε επίσκοπος Άργους και Ναυπλίας.
Με το ανέβασμά του στον Αρχιερατικό θρόνο στήριξε κλονιζόμενους, έθρεψε πεινώντας, λύτρωσε αιχμαλώτους από τους πειρατές, προστάτευσε αδυνάτους, θεράπευσε δαιμονιζόμενους, βάπτισε απίστους, δίδαξε αδιαλείπτως λόγω και έργω. Ήταν για όλους ο διδάσκαλος και ο στοργικός Πατέρας. Τον χειμώνα κατά τις νυχτερινές ώρες έριχνε κρυφά στα σπίτια των πτωχών τα δικά του σκεπάσματα και ενδύματα.
Έλαβε μέρος στη Σύνοδο που έγινε στην Κων/πολη το 920 μ.Χ. από τον Κων/νο τον Πορφυρογέννητο και η οποία εξέδωσε τον περίφημο τόμο της «Ἑνώσεως». Σ᾿ αυτήν αγωνίσθηκε γενναία υπέρ της Ορθοδοξίας και υπερασπίσθηκε τις αποφάσεις των προηγουμένων Συνόδων.
Επιπλέον, θαυμαστή υπήρξε η διδακτική διακονία του Αγίου προς το ποίμνιό του. Από τους επτά λόγους που μας σώζονται, αποδεικνύεται η εξαιρετική του ευγλωττία.
Είχε φτάσει στο εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του και προγνώρισε το τέλος του. Αφού για τελευταία φορά συμβούλεψε το ποίμνιό του να ζει και να αγωνίζεται «τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως», «παρέθετο εἰς χεῖρας Θεοῦ τὸ Πνεῦμα του» κατά το 925 μ.Χ. περίπου, «χαίρων καὶ ὑπομειδιῶν», όπως γράφει ο βιογράφος μαθητής του.
Ιερείς, μοναχοί και πλήθος χριστιανών με συγκίνηση και ευλάβεια κήδεψαν το ιερό του σκήνος. Ο νεκρός φαινόταν «ὡς ζῶν καὶ ὑπνώττων».
Προς τιμή του Αγίου οι Αργείοι έκτισαν περικαλέστατο ναό, ο οποίος καταστράφηκε επανειλημμένως. Ο σημερινός μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου, που βρίσκεται στο μέσο της κεντρικής πλατείας της πόλεως, θεμελιώθηκε στις 17/07/1859 και εγκαινιάσθηκε στις 18/04/1864.
Για πεντακόσια χρόνια το λείψανο του Αγίου φυλασσόταν από τους Αργείους ως θησαυρός και πηγή ανεξάντλητη θαυμάτων. Όμως, επί Ενετοκρατίας την 21η Ιανουαρίου του έτους 1421 ο Λατίνος Επίσκοπος Secundus Nani το μετέφερε στη Ρώμη. Μετά από πολυχρόνιες προσπάθειες του Μητροπολίτου Αργολίδος Ιακώβου Β’ ευρέθησαν στη Ρώμη τα εναπομείναντα Λείψανα και την 19η Ιανουαρίου 2008 επεστράφησαν στον Καθεδρικό Ι. Ναό του Αγίου στο Άργος.
Η Αργολίδα κάθε χρόνο πανηγυρίζει με λαμπρότητα την 3η Μαΐου τη μνήμη του Αγίου και στις 21 Ιανουαρίου (2008) την επάνοδο των Ι. Λειψάνων Του
Πέτρα άρρηκτος, της Εκκλησίας, ποιμήν άριστος, πόλεως Άργους, ανεδείχθης Ιεράρχα πανεύφημε. Ως ουν πιστός οικονόμος της χάριτος, παντοίων νόσων ημάς ελευθέρωσαν, Πέτρε Όσιε, Χριστόν τον Θεόν αιτούμενος, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Τρίτη Κυριακή από του Πάσχα, γνωστή και ως Κυριακή των Μυροφόρων, και η Αγία μας Εκκλησία προβάλλει τα πρόσωπα, τα οποία διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Πρόσωπα τα οποία θα πρέπει να αποτελούν οδοδείκτες και παράδειγμα προς μίμηση στη ζωή μας. Γιατί οι πράξεις τους, πράξεις τόλμης, θάρρους, αγάπης αποτελούν βασικό στοιχείο στην προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου.
Αυτά τα πρόσωπα είναι οι Μυροφόρες γυναίκες, μαθήτριες πιστές στον Χριστό, καθώς και οι Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και Νικόδημος ο ευσχήμων βουλευτής, μάρτυρες της Ταφής του Κυρίου, οι οποίοι ζήτησαν το σώμα του Ιησού από τον Πιλάτο και το ενταφίασαν σε δικό τους μνήμειο «ᾘτήσατο Ἰωσὴφ τὸ Σῶμα τοῦἸησοῦ, καὶἀπέθετο ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ»[1]. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των προσώπων ήταν η τόλμη και το θάρρος τους.
Ο Ιωσήφ καταγόταν από την Αριμαθαία (πόλη της Ιουδαίας που βρισκόταν βορειοδυτικά της πόλεως των Ιεροσολύμων), διακεκριμένο πρόσωπο της ιουδαϊκής κοινωνίας, «αγαθός και δίκαιος»[2]. Είχε χρηματίσει μυστικός μαθητής του Ιησού, «κεκρυμμένος διά τον φόβο των Ιουδαίων»[3]. Σύμφωνα με τον λόγο του Ευαγγελιστού Μάρκου, ο Ιωσήφ «τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού»[4].
Οι Μυροφόρες γυναίκες ήταν πολλές. Οι κυριότερες, όμως, ήταν επτά. Η Μαρία η Μαγδαληνή, η Σαλώμη, η Ιωάννα η γυναίκα του Χουζά, επιτρόπου και οικονόμου εις την οικία του Ηρώδη, η Μαρία και Μάρθα αδελφές του Λαζάρου, η Μαρία η γυναίκα του Κλωπά αδελφή της Θεοτόκου, σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ««Εἰστήκεσαν δέ παρά τῷ Σταυρῷ τοῦἸησοῦἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶἡἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ»[8] και η Σωσσάνα. Ήταν και πολλές άλλες, όπως λένε οι Ευαγγελιστές Λουκάς και Ματθαίος[9], αλλά δεν υπήρχε λόγος να γραφούν τα ονόματά των.
Έργο τους ήταν να μυρώσουν το σώμα του Ιησού, όπως συνήθιζαν εκείνα τα χρόνια να αλείφουν με μύρο τους νεκρούς. Παίρνουν λοιπόν την μεγάλη απόφαση να επισκεφτούν τον τάφο του Κυρίου την επόμενη ημέρα από την εορτή, μία ημέρα δηλαδή μετά το Σάββατο του Εβραϊκού Πάσχα. «Διαγενομένου λοιπόν του Σαββάτου» και μάλιστα πριν ακόμα χαράξει για καλά το φως της ημέρας «όρθρου βαθέως», ξεκινούν να επισκεφτούν τον τάφο. Στην καρδιά τους δεν υπήρχε ούτε φόβος, ούτε αγωνία. Μόνο πηγαίο θάρρος το οποίο αντλούσαν από την αγάπη τους για το Χριστό. Ω του θαύματος! Το μνημείο κενό. Ο Χριστός αναστήθηκε.
Οι πρώτοι που μαθαίνουν ότι ο Χριστός αναστήθηκε ήταν οι Μυροφόρες. Και όχι μόνο το έμαθαν, αλλά είδαν Αναστημένο τον Χριστό, ωσάν μορφή επιβράβευσης για την πίστη και ανδρεία τους.
Οι Μυροφόρες δίνουν μερικά μηνύματα στον κάθε ένα από μας. Πρώτο μήνυμα είναι η ομολογία του ονόματος του Κυρίου, ότι είμαστε μαθητές του, χωρίς να ντρεπόμαστε ή να διστάζουμε να το ομολογήσουμε. Δεύτερο μήνυμα είναι η πίστη, δηλαδή να πιστεύουμε και να εναποθέτουμε την ελπίδα στην πρόνοια του Κυρίου. Το τρίτο μήνυμα είναι η τόλμη και το θάρρος τους. Ενώ, οι μαθητές του Κυρίου φοβήθηκαν και κρύφτηκαν κι έτσι δεν έγιναν οι πρώτοι μάρτυρες της Αναστάσεως. Σε αντίθεση με τις Μυροφόρες, οι οποίες πίστεψαν και τόλμησαν να δουν πρώτες και να μεταφέρουν πρώτες στον κόσμο το Μήνυμα της Αναστάσεως.